ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΒΟΙΩΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ρόζα Λούξεμπουργκ: Η συμβολή ενός θεωρητικού και ιστορικού πολιτικού παραδείγματος στην ανάλυση όψεων της τελευταίας πολιτικής συγκυρίας

Posted by symparataxi στο Μαΐου 6, 2009

Ένα χρόνο πριν την εκδήλωση της τελευταίας οικονομικής κρίσης νομπελίστες οικονομολόγοι αλλά και ειδήμονες διατείνονταν ότι ο καπιταλισμός, στο επίπεδο ανάπτυξης που είχε φτάσει, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να υποστεί μια σημαντική οικονομικής κρίση, πέραν των επιμέρους διορθώσεων ορισμένων περιπτωσιακών ανωμαλιών της αγοράς.

Ακριβώς την ίδια πεποίθηση είχαν και οι οικονομολόγοι στα 1912 την περίοδο που συνέτασσε το βιβλίο της η «συσσώρευση του κεφαλαίου» η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όταν αποθησαύριζε τα μαθήματα της στη κομματική σχολή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στο Βερολίνο. Γιατί μετά τα 1880 δεν είχε εμφανιστεί καμία εκτεταμένη οικονομική κρίση ενώ οι μισθοί των εργατών στην Ευρώπη ακολουθούσαν μια συνεχή ανοδική πορεία, σε σημείο που ακόμα και αριστεροί διανοούμενοι αμφέβαλαν για την θεωρία του Μάρξ. Μια θεωρία που απέδιδε την κρίση στην πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους αλλά και την κρίση υπερσυσσώρευσης, για την οποία ο Μάρξ τόνιζε ότι οφειλόταν στην ανάγκη τυφλής ανόδου της μάζας των κερδών, για να αντιμετωπιστεί η πτώση του ποσοστού του κέρδους αυτού.

Ωστόσο, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όχι μόνο επέμεινε για την ορθότητα της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά ήταν αυτή που προσέφερε την πλέον επαρκή εξήγηση για την φαινομενική αναστολή των κρίσεων. Η ιδέα του Μπερστάιν που καθόρισε- και καθορίζει- ολόκληρη την συντηρητική σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, ότι δηλαδή τα «τραστ» και τα «καρτέλ» ως συνενώσεις κεφαλαίων θα επέλυαν το έλλειμμα ρύθμισης της καπιταλιστικής οικονομίας, καταρρίφθηκε πλήρως από τη Λούξεμπουργκ, παρότι τότε ελάχιστοι την άκουσαν.

Γιατί, αντίθετα με τις αυταπάτες των αστών οικονομολόγων, όπως επέμενε και ο Μαρξ, η αξία των μέσων παραγωγής εξακολουθούσε να αυξάνει με ρυθμούς ταχύτερους της αξίας της εργατικής δύναμης, γεγονός που υποχρέωνε, για να διατηρηθούν τα κέρδη, σε αύξηση της παραγωγής προϊόντων και των μέσων παραγωγής. Απλά, η ανισορροπία στην αγορά δεν εμφανιζόταν, αφού, σύμφωνα με την Λούξεμπουργκ, βρισκόταν κάθε φορά ένας νέος καταναλωτής. Είτε επιστρατεύονταν οι αποικίες το 19ο αιώνα, είτε οι αμυντικές κρατικές δαπάνες τον 20ο. Αυτό περιόρισε την πίεση στους ατομικούς κεφαλαιοκράτες για επενδύσεις έντασης στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ενώ τα κράτη αποδύθηκαν να αναπτύξουν τις δικές τους σφαίρες διεθνούς οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας.

Ήταν, όμως, μια τεχνική αντιμετώπισης της κρίσης με ημερομηνία λήξης. Γιατί ο Τρίτος Κόσμος καταναλωτής, όχι μόνο προϊόντων, αλλά και κεφαλαίων, παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες εις βάρος των τοπικών αστικών τάξεων της κάθε αναπτυσσόμενης χώρας, μετετράπη σταδιακά και αυτός σε έναν επιπλέον ανταγωνιστή που επέτεινε την κρίση. Ειδικά από τη στιγμή που άρχισε η χειραφέτηση των χωρών αυτών-όπως συμβαίνει σήμερα με τη Λατινική Αμερική- το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αυτό-παγιδεύτηκε. Απέμενε πλέον μόνο ο κρατικός καταναλωτής, οι στρατιωτικές δαπάνες, που προσέφεραν το μεγάλο πλεονέκτημα να καταναλώνουν προϊόντα χωρίς να ανακυκλώνουν την κρίση. Ωστόσο, ενώ ο ψυχρός πόλεμος επέτρεπε τη συνεχή αύξηση των δαπανών αυτών, η κατάρρευση των Ανατολικών συστημάτων κατέστησε στην κοινή γνώμη αδικαιολόγητη την επιμονή σε υπέρογκες στρατιωτικές επενδύσεις, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Μπους με τον πόλεμο «κατά της τρομοκρατίας».

Έτσι, χάθηκαν τα όπλα που διέθετε ο καπιταλισμός έναντι των κρίσεων υπερσυσσώρευσης και οι κρίσεις όχι μόνο επιταχύνθηκαν αλλά κατέληξαν και ανεξέλεγκτες, όπως συμβαίνει σήμερα. Αυτή την εξέλιξη είχε αναλύσει η Λούξεμπουργκ από τις αρχές του 20 αιώνα. Ήταν η διεθνής καπιταλιστική διείσδυση στον μη καπιταλιστικό κόσμο που τις απέτρεπε και προσδιόριζε την παγκόσμια ιστορία. Παρά τα ενδεχόμενα λάθη της στα επιμέρους, η Λούξεμπουργκ εξήγησε επαρκώς γιατί ο καπιταλισμός πέρασε αναγκαία στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, αυξάνοντας την κτηνώδη εκμετάλλευση του Τρίτου Κόσμου, και δημιούργησε τοπικούς πολέμους, που εξελίχθηκαν στην ανθρωποσφαγή του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου.

Γιατί αυτός, πρωτίστως, ο πόλεμος κατέδειξε ότι τα όρια της επίλυσης των κρίσεων συνδέονταν στενά με τις επεκτάσεις στις νέες αγορές, δυνατότητα, όμως, που συνεχώς στέρευε, δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για την αναδιάταξη των εξαρτημένων αγορών, δηλαδή πολέμους. Και μπορεί αυτοί να πρόσφεραν μια νέα συγκυριακή ανακοπή της κρίσης, αχρηστεύοντας υπερσυσσωρευμένες και αναξιοποίητες αξίες, αλλά, καταστρέφοντας παράλληλα ανθρώπους και πολιτισμούς, υπονόμευαν το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Κυρίως μέσω της χειραφέτησης της εργατικής τάξης, και η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν η πιο τρανή απόδειξη, ή με την εκ νέου προσφυγή σε έναν νέο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για αυτό ακριβώς η Λούξεμπουργκ επέμενε: παρά τη φαινομενική ηρεμία, οι οικονομικές κρίσεις ήταν αναπόφευκτες, όπως και οι μαζικές καταστροφές κεφαλαίων και εργασίας, με τη μορφή της κοινωνικής εξαθλίωσης και του πολέμου. Μάλιστα, κατά τη Λούξεμπουργκ, ούτε η επέκταση της τραπεζικής πίστης ήταν δυνατό να αποτρέψει τις κρίσεις, μέσω ενός «χρεωμένου υπερκαταναλωτή», που θα μπορούσε υποτίθεται στο αέναο να απορροφά την υπερπαραγωγή. Γιατί η εμπορική πίστη ωθεί μεν την παραγωγή πέρα από τα όρια της αγοράς, ως μεσάζων στην ανταλλαγή προϊόντων, αλλά δεν ακυρώνει το πρόβλημα των πτωτικών τάσεων του ποσοστού του κέρδους και της δημιουργίας υπερβάλλουσας προσφοράς. Αργά, αλλά σταθερά, με τις πρώτες ενδείξεις στασιμότητας στην αγορά, η πίστη συστέλλεται, αφήνοντας στη μέση την ανταλλαγή, τη στιγμή που κατά την Λούξεμπουργκ είναι απολύτως αναγκαία.

Αυτό ακριβώς που έλεγε η Λούξεμπουργκ έγινε και με τη σημερινή κρίση: η επέκταση της πίστης σε τέτοιο βαθμό που να δανείζει ατυχείς καταναλωτές ακόμα και με τους πλέον επισφαλείς όρους, δημιούργησε μια τεχνητή ευμάρεια στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Μόλις, όμως, εκδηλώθηκαν οι πρώτες επισφάλειες και οι τιμές των ακινήτων έπεσαν, -καταβαραθρώνοντας και τα κέρδη από τους πλειστηριασμούς,- οι τράπεζες έκλεισαν τις στρόφιγγες, επιδεινώνοντας την κρίση υπερσυσσώρευσης. Στα ίδια τα κράτη επιβλήθηκε εκβιαστικά να ενισχύουν τις τράπεζες αφού η μόνη πλέον διαθέσιμη λύση είναι η ανακύκλωση του προβλήματος, ώστε να δημιουργηθεί μια νέα «φούσκα της κατανάλωσης», παράγοντας ακόμα μεγαλύτερες κρίσεις στο μέλλον.

 

Πέραν, όμως, της συμβολής της Λούξεμπουργκ στην κατανόηση των οικονομικών κρίσεων, η σκέψη και η πολιτική πράξη της γερμανο-πολωνέζας πολιτικού καθίσταται απαραίτητη και σε σχέση με την πολιτική στρατηγική των εργαζομένων έναντι των κρίσεων αυτών. Ιδίως σε αναφορά με το πεδίο των μαζικών αγώνων που αποκτούν ένα ιδιάζοντα ρόλο, όταν η κρίση συνοδεύεται, όπως συμβαίνει συνήθως, με κρίση του εν γένει συστήματος πολιτικής εκπροσώπησης.

Για την Λούξεμπουργκ, σε αυτές τις στιγμές, οι μάζες γίνονται καταλύτης της ιστορίας, αφού, έμμεσα ή άμεσα συνειδητοποιούν τη δυναμική τους και πολιτικοποιούνται. Στα κινήματα που αναδύονται σταδιακά διευκρινίζουν τους σκοπούς της δράσης τους, εν τω μέσω της δράσης αυτής, σε συνάρτηση με τους οργανωμένους πολιτικούς λόγους, αλλά όχι μόνο εξαιτίας αυτών. Γιατί στην ουσία, αυτό που συγκροτεί και τις ενοποιεί τις μάζες αυτές, δεν είναι απλά ένας θεωρητικός λόγος, μια πολιτική διακήρυξη, αλλά η ίδια η επιθετική ενοποίηση της αστικής τάξης και η στρατηγική της εναντίων τους.

Επομένως, οι μάζες φέρουν μια αναγκαία δυναμική προϋπόθεση πολιτικοποίησης, εξίσου απαραίτητη με τα καθεαυτό συνειδητά στοιχεία. Μάλιστα, η διαμόρφωση των συνειδητών στοιχείων προϋποθέτει το σεβασμό της δυναμικής αυτής, αφού πρόκειται για μια διαδικασία αμοιβαίας ανταλλαγής πολιτικής εμπειρίας των, εν βρασμώ, μαζών με τα πιο συνειδητά τμήματα της εργατικής τάξης.

Κατά τη Λούξεμπουργκ, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την συνθήκη αυτή καταλήγει σε μια μπλανκιστική αντίληψη της πολιτικής ρήξης, όπου η ρήξη προετοιμάζεται από μια μικρή οπλισμένη ομάδα, (πιθανόν για κάποιους σήμερα με μολότοφ) σε απόσταση από τη μάζα, στην οποία μόνο στο τέλος προσφέρει τη δυνατότητα να εισβάλει στην ιστορική διαδικασία, ενώ συνήθως της στερεί τη δυνατότητα να ελέγχει τα αποτελέσματα της δράσης της.

Έτσι, κάποιοι αρέσκονται στη λογική οι μάζες να υποκινούνται από εκείνους που οργανώνουν μια συνωμοτική δραστηριότητα, χωρίς, όμως, καμία σχέση με την καθημερινή ζωή των λαϊκών μαζών, χωρίς συνείδηση του εκάστοτε επιπέδου της ταξικής πάλης. Η κατάληξη είναι συνήθως η φθορά και η ήττα, αφού η βολονταριστική λογική μυθοποιεί την ικανότητα των μαζών να αυτοσχεδιάζουν τη στιγμή της πολιτικής σύγκρουσης, απολυτοποιώντας μια υποτιθέμενη εγγενή δημιουργικότητα των μαζών.

Αλλά, όπως το έδειξε με ενάργεια και ο Γκράμσι, η μάζα δεν είναι ένα απρόσωπο σύνολο, αλλά αποτελείται από ανθρώπους που πολλές φορές εγκλωβίζονται στην αδυναμία να υπερβούν τους κοινωνικούς προσδιορισμούς που τους διαμόρφωσαν. Ότι δηλαδή η μάζα αποτελείται και αυτή από τάξεις και κοινωνικά σύνολα, ότι διχάζεται από τις διαφορετικές κοινωνικές στοχεύσεις που ενυπάρχουν σε αυτή, και ενοποιείται μόνο μέσα από την ίδια την κινηματική διαδικασία που την διαμορφώνει. Για αυτό και η πολιτική πρωτοπορία που θα ωθήσει τη μάζα στην εξέγερση δεν είναι ποτέ μόνο μια: διαγκωνίζονται πολλαπλές τακτικές και στρατηγικές, η ύπαρξη των οποίων μπορούν να εξελιχθούν και σε πρόσκομμα όταν επιμένουν να περιχαρακώνονται ανεξάρτητα από τις γενικές ανάγκες ανάπτυξης του κινήματος.

Για τη Λούξεμπουργκ, το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα δημιουργείται και από την λογική εκείνων που πιστεύουν ότι τα πάντα μπορούν να καταρτίζονται λεπτομερώς, με τη μορφή ενός προκαθορισμένου σχεδίου, που παραμένει αναλλοίωτο μέσα στις συνθήκες της δράσης. Τότε οι εμπλεκόμενοι στο κίνημα μετατρέπονται σε εκτελεστικά όργανα εντολών, όπως θα έλεγε η Λούξεμπουργκ, «εκτός του δικού τους πεδίου θέλησης». Το αποτέλεσμα είναι η σύγχυση και η περιχαράκωση μέσα στη μάζα, η διαβάθμιση σε συνειδητούς και «ασυνείδητους», την ίδια στιγμή που δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να υπάρχουν στεγανά μεταξύ ενός συνειδητού πυρήνα και των περικειμένων στρωμάτων που εμπλέκονται στη κινηματική πάλη.

Για τη Λούξεμπρουργκ είναι αναγκαίο το συνειδητό τμήμα, το εκάστοτε εργατικό κόμμα, να επιδιώκει να αποτελέσει πραγματικό τμήμα του μαζικού κινήματος, χωρίς όμως να επιβάλει και την επιτακτική συγκεντροποίησης της υποτιθέμενης «θέλησης» της μάζας αυτής. Ούτε, βέβαια, και να απορροφάται από αυτήν. Η Λούξεμπουργκ το περιέγραψε ως ένα «αντισυγκεντρωτισμό» του διευθύνοντος στρώματος του προλεταριάτου, που ωθεί και σε μια συνεπακόλουθη «βασιλεία της πλειοψηφίας» και των απόψεων, στο ίδιο το εσωτερικό του κόμματος αυτού.

Γιατί ο συγκεντρωτισμός δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ απόλυτη έννοια, εφαρμοσμένη σε οποιαδήποτε φάση της ανάπτυξης του μαζικού κινήματος, αλλά στη καλύτερη περίπτωση, είναι απόρροια της ίδιας της ανάπτυξης της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των μαζών. Σε καμία περίπτωση μια εξωτερική επιβολή ενός «ορθού πολιτικού παραδείγματος». Αντιθέτως, η κυριαρχία μιας συνειδητής πρωτοπορίας στο εσωτερικό της μάζας προϋποθέτει, εκτός από τη σαφή αντίληψη των συνθηκών και των αιτίων μιας εξέγερσης, τη σαφή ανάγνωση των ιδιομορφιών της ιδιοσυστασίας της μάζας αυτής. Αντίληψη που δεν χωρά σε λογικές αποστασιοποίησης έναντι της μάζας αυτής, επειδή δεν πληροί τους όρους του εκάστοτε κυρίαρχου θεωρητικού παραδείγματος, που υιοθετείται από την πρωτοπορία αυτή.

Άλλωστε, η μελέτη της ιστορίας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος έχει με σαφήνεια καταδείξει ότι μερικές από τις γονιμότερες μεταστροφές τακτικής μπορεί να είναι και το αυθόρμητο προϊόν του ίδιου του κινήματος, ή όπως το έλεγε η Λούξεμπουργκ, του «εν βρασμώ» κινήματος. Γιατί πολλές φορές η ιστορική διαδικασία, με τις ιδιοτυπίες της, μπορεί να προηγείται της υποκειμενικής λογικής αυτών που διεκδικούν να είναι πρωταγωνιστές της, ενώ οι «πρωτοπορίες» να εγκλωβίζονται στις ήσσονες λεπτομέρειες, ιδίως σε συνθήκες όπου η κοινοβουλευτική λογική κυριαρχεί και αποτελεί την μοναδική τακτική της πολιτικής δράσης. Αντίστοιχος κίνδυνος βεβαίως υπάρχει όταν ανακαλύπτονται ψευδεπίγραφες δυναμικές στις πολιτικές συγκυρίες, όταν εξαναγκάζουμε την πραγματικότητα, να προσαρμόζεται σε υπερ-επαναστατικές φαντασιώσεις. Όταν δηλαδή τα πάντα εγκαταλείπονται στη λογική της μάζας και σε μια τακτική εκτόνωσης που εκθέτει ανεπανόρθωτα την ίδια την αναγκαιότητα της παρέμβασης των μαζών στην ιστορία.

Το πόσο δύσκολη είναι η «μέσευση» έναντι των κινδύνων αυτών, και μάλιστα σε συνθήκες σύγκρουσης όταν ο κοινωνικός αντίπαλος δεν διαθέτει αναστολές, το βίωσε η ίδια η Λούξεμπουργκ, σε σχέση με την επανάστασης που ξεκίνησε στο Κίελο, τον Οκτώβριο του 1918, και κατέληξε στην ήττα και στο θάνατο της, τον Γενάρη της επόμενης χρονιάς. Γιατί μπορεί θεωρητικά να φαντάζει ως βάσιμη η αμφισβήτηση της απόλυτα συμπαγούς καθοδήγησης, που επέδειξε ο Λένιν στην Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά η υπόδειξη του τελευταίου ότι οι μορφές επαναστατικής οργάνωσης οφείλουν να καθορίζονται και από την στρατηγική του αντιπάλου, υποτιμήθηκε με καταστροφικά αποτελέσματα.

Ο «Σπάρτακος», ένα κόμμα, που κατά τη Λούξεμπουργκ, δεν «θα ήθελε να επικρατήσει περνώντας πάνω από τις εργατικές μάζες για να επιβάλει την κυριαρχία του», επέδειξε μια αδικαιολόγητη εσωτερική αστάθεια στην πιο κρίσιμη στιγμή της γερμανικής επανάστασης. Όταν δηλαδή τα κυβερνητικά στρατεύματα δολοφονούσαν κατά το δοκούν, και η ηγεσία του «Σπάρτακου», χωρίς να ξέρει τι να κάνει, επιδιδόταν σε στείρες συζητήσεις για να συμβιβάσει εσωκομματικές διαφωνίες. Μάταια η Λούξεμπουργκ ζητούσε παραπομπή των διαφωνιών σε εύθετο χρόνο. Στις 15 Ιανουαρίου 1919 αυτή και ο Λήμπνεχτ δολοφονήθηκαν από μια συμπαγή και «μονολιθική» αντεπανάσταση, που τιμώρησε τις όποιες αντι-συγκεντρωτικές ευαισθησίες του αντιπάλου της.

 

Ένα, επιπλέον, επίδικο ζήτημα, σε σχέση με το οποίο οι απόψεις της Λούξεμπουργκ μπορούν να αποβούν δείκτης προσανατολισμού αφορούν τον κοινοβουλευτισμό και τη συμμετοχή της Αριστεράς σε συμμαχικές κυβερνήσεις. Το ζήτημα αυτό καθίσταται κομβικό όταν βρίσκεται σε εξέλιξη η συγκρότηση του μετώπου της εργασίας έναντι των συνεπειών και των αστικών πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης. Συνδέεται πάντα με καλπονοθευτικούς εκλογικούς νόμους και ήταν μέρος αυτού που κάποτε ο Ηλίας Ηλιού ονόμασε «σταυρικό ζήτημα» της ΕΔΑ, με την έννοια των θεωριών της «χαμένης ψήφου», που υποβοηθούσαν ώστε να μεν εκφράζεται εκλογικά η πολιτική δυναμική της Αριστεράς.

Ιστορικά, όπως διαπίστωνε και η Λούξεμπουργκ, όλες οι εκδηλώσεις αριστερού κυβερνητισμού αφορούσαν μια απολυτοποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που αναγόταν σε εξω-ιστορική συνθήκη καθολικής αυταξίας. Για κάποιους ήταν «ο μεγάλος θεμελιώδης νόμος της ιστορικής εξέλιξης», όπως βαρύγδουπα το εξέφραζε ο θεμελιωτής της δεξιάς γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Μπερστάιν. Αντίθετα, για τη Λούξεμπουργκ δεν ήταν παρά ένα γειωμένο προϊόν της ιστορικής εξέλιξης.

Ήταν για αυτήν αδιανόητο να απολυτοποιεί κανείς τα αποτελέσματα ενός μικρού μόνο μέρους της πολιτικής εξέλιξης, όπως αυτά παρήχθησαν στα 1870 ή στα 1910. Εντελώς αντίθετα, η εκάστοτε μορφή πολιτικής εξουσίας ήταν το προϊόν ενός γενικού αθροίσματος πολιτικών εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, σε μια κλίμακα που ξεκινούσε από την Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου αιώνα π.χ, και έφτανε μέχρι τη Λαϊκή Δημοκρατία σοσιαλιστικού τύπου. Κατά κανένα τρόπο η δημοκρατία δεν όφειλε να αποτελεί αποκύημα μιας εξελικτικής λογικής, που θα τη συναρτούσε κανείς με την εξέλιξη του καπιταλισμού.

Ειδικά για την ιστορική εκδοχή του αστικού κοινοβουλευτισμού, η Λούξεμπουργκ τόνιζε ότι επρόκειτο για μια καθορισμένη μορφή της κυριαρχίας της αστικής τάξης στην σύγκρουση της με το φεουδαλισμό και τις προκαπιταλιστικές μορφές πολιτικής εξουσίας, που επιβίωσαν και μεταγενέστερα. Κατά την γερμανο-πολωνέζα πολιτικό, όταν η βασική αυτή αντίθεση εξέλιπε, η αστική δημοκρατία εξελισσόταν απλά σε μια μορφή διευθέτησης των σχέσεων μεταξύ των μερίδων που αποτελούσαν την κυρίαρχη τάξη και της εξουσίας που ασκούσαν η μια πάνω στην άλλη. Ενδιάμεσος ήταν ένα πολιτικό πρόγραμμα που εξασφάλιζε τις απαιτούμενες συμμαχίες με μικροαστικά στρώματα ή με τα δευτερεύοντα συμφέροντα ορισμένων εργατικών δυνάμεων.

Αυτό εξηγούσε, κατά την Λούξεμπουργκ, και την ραγδαία οπισθοδρόμηση του αστικού κοινοβουλευτισμού σε μια απλή εναλλαγή στην εξουσία κομμάτων με μικρές πολιτικές διαφορές που, στην πραγματικότητα, εκπροσωπούσαν φιλονικίες ανάμεσα σε πολιτικές κλίκες. Μάλιστα, σύμφωνα με τη Λούξεμπουργκ, και αυτό μπορεί να το αναγνωρίσει εύκολα κανείς και στην σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, οι μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες και οι εμπνευσμένοι ρήτορες άρχιζαν να εξαφανίζονται όταν οι πολιτικές αντιθέσεις έχασαν την δυναμική τους, λόγω της ήττας των υπολειμμάτων των παλιών μορφών πολιτικής εξουσίας, όπως για παράδειγμα το παλάτι στην Ελλάδα. Επιπλέον, λόγω του γεγονότος ότι η αστική τάξη αισθανόταν πλήρως χειραφετημένη ώστε να μην χρειάζεται τη συναίνεση ή την συνδρομή των λαϊκών μαζών για να ρυθμίσει τις σχέσεις των αστικών μερίδων ως προς το κράτος.

Ωστόσο, όλες αυτές οι αντιρρήσεις δεν σήμαιναν για την Λούξεμπουργκ απόρριψη του κοινοβουλευτισμού. Αντίθετα, οι κοινοβουλευτικές εκλογές ήταν μια ευκαιρία για μια ευρεία προπαγάνδιση των σοσιαλιστικών ιδεών, ένας δείκτης προσμέτρησης των διαθέσεων και των επιρροών τους πάνω στις μάζες. Οι σοσιαλιστές βουλευτές θα μπορούσαν ακόμα και να παίρνουν μέρος σε μια θετική νομοθετική εργασία για τα συμφέροντα των εργατικών δυνάμεων, αλλά με την βασική προϋπόθεση ότι θα είχαν σαφή συνείδηση του αντιπολιτευτικού τους ρόλου. Ότι, δηλαδή, η κοινοβουλευτική τους παρουσία οφειλόταν και μόνο σε παραχωρήσεις του κοινωνικού αντιπάλου, στο πλαίσιο της νομιμοποιητικής λειτουργίας των μηχανισμών καπιταλιστικής εξουσίας.

Για τη Λούξεμπουργκ έπρεπε να εξουδετερωθεί κάθε αυταπάτη ότι ένα εργατικό κόμμα μπορούσε στηριζόμενο σε μια πλειοψηφία στο κοινοβούλιο να ανατρέψει με κοινοβουλευτικά μέσα το καπιταλιστικό κράτος ή να εξασφαλίσει καθοριστικές θέσεις μέσα σε αυτό. Άλλωστε δεν είναι το κοινοβούλιο το μοναδικό κέντρο εξουσίας στον καπιταλισμό αλλά μόνο ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού, που τυπικά τον ελέγχει. Σε αυτό το μηχανισμό, πέραν του κοινοβουλίου, αποκλείεται δια ροπάλου η αριστερά ακόμα και όταν έχει εξασφαλίζει πλειοψηφική απεύθυνση στην κοινωνία.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ρόλος του στρατού και της αστυνομίας ή της δικαστικής εξουσίας στην περίπτωση της απροσχημάτιστης δολοφονίας της ίδιας της Λούξεμπουργκ, ή των επεμβάσεων τους, φανερών και κρυφών, σε όλη την ελληνική μεταπολεμική ιστορία.

Για αυτό η Λούξεμπουργκ καταδίκασε απερίφραστα τη λογική του γάλλου σοσιαλιστή Ζορές, που με αφορμή την είσοδο στην κυβέρνηση σοσιαλιστών βουλευτών στα 1899 μίλησε για ένα υποτιθέμενα ειδικό πολιτικό στάδιο, στο οποίο η εξουσία ασκείται από κοινού από την εργατική και την αστική τάξη. Τόνισε δε ότι οι αυταπάτες αυτού του τύπου κατατείνουν να εκφυλίζουν τις πραγματικές συμμαχίες της εργατικής τάξης με άλλα μικροαστικά σύνολα και σοσιαλιστές. Και αυτό γιατί οδηγούν στην ισοπέδωση των βαθύτερων διαφορών των πόλων αυτής της συμμαχίας και στερούν τη δυνατότητα της μακροπρόθεσμης ηγεμονίας των εργατικών συμφερόντων.

Εκτός των άλλων, όταν ο κοινοβουλευτισμός στερείται αρχών, μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για πολιτικό καριερισμό φιλόδοξων διανοουμένων που προσχωρούν στην Αριστερά, κυρίως μετά την αποτυχία τους να ανελιχθούν στα καθεαυτό αστικά κόμματα. Αυτοί οι πολιτικοί, κατά τη Λούξεμπουργκ, υποκείμενοι στη λογική της μικροαστικής «λατρείας του εγώ», εκφυλίζουν την δραστήρια πολιτική προσπάθεια «μέσα στην άμορφη μάζα του εκλογικού σώματος» και στον υποκριτικό σεβασμό του «ροζιασμένου χεριού». Αυτό αντανακλά σε μια αντίστοιχη εσωκομματική λειτουργία στα εργατικά κόμματα που οδηγεί σε έναν αυστηρό, δεσποτικό συγκεντρωτισμό άλλου τύπου, που προστατεύει μια νέα μικροαστική μερίδα, την κάστα των επαγγελματιών πολιτικών, που τίθενται στο απυρόβλητο. Όλα κατά την Λούξεμπουργκ είναι απόρροια του σφάλματος είτε, εκ προοιμίου, να απωθούνται στοιχεία που προσχωρούν στο σοσιαλισμό εξαιτίας της αποσύνθεσης των αστικών τάξεων και συμμαχιών, είτε να ενσωματώνονται άκριτα, συνήθως με τίμημα την εγκατάληψη του τελικού σκοπού ενός εργατικού κόμματος, δηλαδή την κοινωνική μεταβολή.

Μιχάλης Λυμπεράτος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: