ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ ΒΟΙΩΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Archive for Μαΐου 2009

Η επικαιρότητα της σκέψης της Rόζας Λούξεμπουργκ για τον αυθορμητισμό και την πρωτοπορία.

Posted by symparataxi στο Μαΐου 7, 2009

Βιογραφικά :

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η μεγαλύτερη γυναικεία επαναστατική μορφή που ανέδειξε το διεθνές εργατικό κίνημα, γεννήθηκε στις 5 Mαρτίου 1871, στην κωμόπολη Ζάμπετς, της ρωσσικής τότε Πολωνίας !

Την ίδια χρονιά το Μάρτη του 1871 έχομε επίσης το μεγάλο ιστορικό γεγονός της εξέγερσης του γαλλικού Λαού και της δημιουργίας της Γαλλικής Κομμούνας, που πέρασε ολή την εξουσία στα χέρια λαϊκών Συμβουλίων.Το επαναστατικό καθεστώς της Κομμούνας επρόκειτο να διαρκέσει μόνο δυό μήνες. Γαλλικά και Πρωσσικά στρατεύματα θα πνίξουν στο αίμα την επανάσταση, αφήνοντας πισω τους 100.000 νεκρούς επαναστάτες..Oλοι γνωρίζουμε λίγο πολύ την Παρισινή Κομμούνα…Γνωρίζουμε πιστεύω ελάχιστα ή καθόλου για τη Γερμανική επανάσταση που διήρκεσε δύο ολόκληρα χρόνια αγώνων, σ’ολοκληρη τη Γερμανία, σε μια εποχή που ζεί, αγωνίζεται και πεθαίνει η Ρόζα και ο Καρλ Λήμπκνεχτ…Θα τα δούμε όλα αυτά στη συνέχεια, με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία..

 

Απο το 1871- 1914 στην Ευρώπη κυριαρχούν τρείς απολυταρχικές αυτοκρατορίες. Η Γερμανική, η Αυστροουγκρική και η Ρωσσική. Εχουν εγκαταστήσει φοβερούς μηχανισμούς καταστολής για την αντιμετώπιση των συνεχών εξεγέρσεων των λαών για αιτήματα βοποριστικής μορφής ή την κατάκτηση συνταγματικών ελευθεριών..

Σε τέτοια πολιτική ατμόσφαιρα επρόκειτο να ζήσει και να δράσει η Ρόζα, η οποία σε ηλικία τριών ετών μετακομίζει με την οικογένμειά της και τα τέσσερα άλλα αδέλφια της, στη Βαρσοβία.Ο πατερας της σχετικά εύπορος έμπορας ξυλείας ενδιαφερόταν για την καλή μόρφωση των παιδιών του. Το 1880 η Ρόζα θα εισαχθεί, ύστερα απο αυστηρές εξέτάσεις, σε ένα πολύ καλό σχολείο θηλέων, απο όπου θα αποφοιτήσει το 1887 με άριστα, αλλά χωρίς το τιμητικό χρυσό μετάλλιο που συνηθιζόταν, με το αιτιολογικό την αρνητική της στάση απέναντι στην εξουσία!                                                                                             Αμέσως μετά την αποφοίτησή της γίνεται μέλος της κομματικής οργάνωσης της Βαρσοβίας, όπου μαθαίνει τους κανόνες της συνομωτικότητας και γνωρίζει τα κέιμενα των Μάρξ/Ενγκελς. Οταν η Ασφάλεια προχωρεί σε συλλήψεις μελών της οργάνωσης, η Ρόζα δραπετεύει και καταφεύγει στην Ελβετία, που ήταν τότε χώρα που φημιζότανε για την ελευθερία των πολιτών της. Στην Πολωνία σύλληψη επαναστατών σήμαινε εκτόπιση στη Σιβηρία!

Το 1889 σε εποχή πανηγυρικής ατμόσφαιρας εορτασμών για τα εκατό χρόνια απο τη Γαλλική επανάσταση, Ιδρύεται η Δευτερη Διεθνής, Ενωση Εργατών, για τον καλύτερο συντονισμό δράσης του εργατικού κινήματος, σε διεθνές επίπεδο. Σ’αυτήν την συνεδρίαση αποφασίστηκε και η καθιέρωση της εργατικής Πρωτομαγιάς, προς τιμήν των εκατοντάδων εργατών που είχαν σκοτωθεί στους απεγιακούς αγώνες του Σικάγου.

Η Ρόζα θα μείνει  στην Ελβετία εννιά  χρόνια. Στην Eλβετία, σ’ αντίθεση προς την Γερμανία, επιτρεπόταν η εγγραφή γυναικών στα Πανεπιστήμια..Η Ρόζα θα παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης μαθήματα φιλοσοφίας, ιστορίας, πολιτικών επιστημών και ιδίως πολιτικής οικονομίας .– Παράλληλα με τις σπουδές της αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση μαζί με κύκλους πολωνών πολιτικών εξορίστων όπου και γνωρίζει τον αριστερό επαναστάτη Λέο Γιόγκισες, με τον οποίο θα έχει μια πολύχρονη συντροφική και ερωτική σχέση και θα παραμείνει πιστός της φίλος μέχρι το τέλος της ζωής της..Ας παραμείνουμε ακόμη λίγο στα προσωπικά της Ρόζας. Οπως διαβάζουμε στη βιογραφία της που έγραψε ο Πάλουλ Φρέλιχ, η Ρόζα ήταν αυθόρμητη, ενθουσιώδης, κοινωνική, γεμάτη δραστηριότητα και ανυπομονησία…Αντίθετα ο Λέο Γιόγκισες ήταν αυστηρός, αυτοπειθαρχημένος, σχολαστικός στο καθήκον, έκρυβε και καταπίεζε τα συναισθήματά του… Ηταν δηλαδή ο αντίθετος χαρακτήρας απο τη Ρόζα  κι όμως, ίσως ακριβώς γιαυτό, συνετέλεσε πολύ στην πολιτική της διαπαιδαγώγηση και τη διαμόρφωση της πολιτικής της σκέψης..

Εκείνη την εποχή οι πολωνοί επαναστάτες αναπτύσσουν έντονη δράση για απελευθέρωση της Πολωνίας απο την τσαρική Ρωσσία. Η Ρόζα, που δημοσιογραφεί στην Ελβετία με πάθος, είναι αντίθετη με τους πολωνούς σοσιαλιστές και πιστεύει οτι θα πρέπει να αγωνιστούν παράλληλά με τους ρώσσους σοσιαλιστές  με στόχο την ανατροπή του Τσάρου..την άποψη αυτή υποστήριξε στο Συνέδριο της δεύτερης διεθνούς που έγινα το 1893 στη Zυρίχη. Η άποψή της μειοψήφισε.

Στα 1896 η Rόζα θα ταξιδέψει στο Λονδίνο, που συνεδριάζει αυτή τη φορά η Δεύτερη Διεθνής. Η Ρόζα συμμετέχει ως εκπρόσωπος του νεοιδρυθέντος κόμματος πολωνών σοσιαλιστών.

Στη συνέχεια αφου παραμείνει για λίγο στη Γαλλία και θα κάνει τη γνωριμία της με ηγέτες του γαλλικού εργατικού κινήματος, επιστρέφει στη Ζυρίχη το 1897, όπου υποβάλλει τη διδακτορική διατριβή της με θέμα τη βιομηχανική ανάπτυξη της Πολωνίας.

Εχει γίνει πολύ γνωστή στο διεθνές εργατικό κίνημα  μέσω της δημοσιογραφικής της δουλειάς που δημοσιεύεται στον ελβετικό και γερμανικό τύπο. Τα κείμενά της εντυπωσιάζουν με το πάθος, την πειστικότητα και την καθαρότητα των απόψεών της..

Την ίδια χρονιά ταξιδεύει στην Πρωσσία  και γίνεται μέλος του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Επειδή οι γερμανικοί νόμοι απαγόρευαν την πολιτική δραστηριότητα σε ξένους κάνει εικονικό γάμο με το γίο μιας φιλικής της οικογένειας (Λύμπεκ), τον γάμο θα λύσει το 1903, γιατί θα έχει αποκτήσει τη γερμανική και ειδικά την πρωσσική υπηκοότητα για να φτάσει στο Βερολίνο… όπου πρόκειται, μετά είκοσι χρόνια αγώνων, να δολοφονηθεί.

Οταν φτάνει η Ρόζα στο Βερολίνο το 1898 το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) είναι το μεγαλύτερο και ισχυρότερο εργατικό κόμμα της ευρώπης. Απο το κόμμα αυτό πέρασαν γνωστοί ηγέτες όπως ήταν ο Φερδινάντος Λασσάλ, ο Αυγουστος Μπέμπελ, ο Γουλιέλμος Λιμπκνεχτ. Οι δύο τελευταίοι ίδρυσαν το 1869 ενα δεύτερο κόμμα, το Σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα.που ισχυριζότανε οτι είναι μαρξιστικό εφ όλης της ύλης…Οι ιδρυτές και των δυό σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων επισκέφτηκαν το Μάρξ στο Λονδίνο για να πάρουν τη συγκατάθεσή του, αφου υποτίθεται οτι εφάρμοζαν τις αρχές του.. Ο Μάρξ αφου τους άκουσε και διάβασε τα καταστατικά των κομμάτων τους δεν άργησε να καταλάβει οτι η κομματική πρακτική τους αντί να οδηγεί το εργατικό κίνημα στην επανάσταση και την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος το οδηγούσε κατ’ευθείαν στην αγκαλία της κρατικής συνταξιοδότησης..Οπως ήταν φυσικό τους αρνήθηκε την οποιαδήποτε  μορφή συμπαράστασης…

Μετά το θάνατο του Λασσάλ, σε μονομαχία!, οι Μπέμπελ και Λυμπκνεχτ  προχωρούν το 1875 σε συγχώνευση των δυό σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και ιδρύουν το «Σοσιαλιστικό εργατικό Κόμμα της Γερμανίας», στην πόλη Γκότα.  Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το εργο του Μάρξ με τίτλο «Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα» για να δούμε με ποση διορατικότητα είχε προβλέψει οτι το θολο πρόγραμμα του νέου κόμματος  θα τους οδηγούσε αργά αλλά σταθερά στην αγκαλία της αντίδρασης….Θα απέκρουαν κάθε σκέψη για ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και θα περιοριζόντουσαν σε αγώνες νομοθετικής μορφής για να αποσπάσουν απο το κεφάλαιο κάποιες ευνοϊκές μεταρρυθμίσεις..

Τα χρόνια 1875-1890 οι σοσιαλιστές υφίστανται διώξεις  και καταπίεση παιρνόντας σχεδόν στην παρανομία.(αντισοσιαλιστικά μέτρα του Βίσμαρκ). Ομως η επιρροή του κόμματος μέσα στο εργατικό κίνημα δυναμώνει και φτάνει το 1887 να έχει την αποδοχή 7% του εκλογικού σώματος, γύρω στις 763.οοο ψήφους.Το 1890 φτάνει στα 20% και 1.450.000 ψήφους  στέλνοντας στο γερμανικό κοινοβούλιο(Ράιχσταγκ) 35 βουλευτές . Το 1893 φτάνει στα 23,5 % με 1800.000 ψήφους και 44 βουλευτές. Απο το 1890 οι σοσιαλιστές είχαν πάψει να απευθύνονται μόνο στο εργατικό κόινημα και είχαν στραφεί στα αγροτικά και μικρομεσαία στρώματα των πόλεων. Η αύξηση των ψήφων όπως ήταν φυσικό συνοδεύτηκε με αλλοίωση της ταξικής ταυτότητας του κόμματος που έφτασε στα 1912 στα 35% των ψηφοφόρων..Αρχίζουν να προβληματίζονται για τον επαναστατικό ρόλο του εργατικού κινήματος και στρέφονται προς τον κοινοβουλευτισμό  και τη διεκδίκηση νομοθετικών μεταρρυθμίσεων. Απο το 1890 έχουν αφαιρέσει απο τον τίτλο του κόμματος τη λέξη «εργατικό» και ονομάστηκαν Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD).

  1.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                            Η Ρόζα ήδη απο το 1898 είχε συντρίψει τα επιχειρήματα του Μπερνσταιν με μια σειρά άρθρα που θα αποτελέσουν το υλικό για το βιβλίο της με τίτλο. «Μεταρρύθμιση ή επανάσταση ». Στο συνέδριο του Αμστερνταμ το 1904 η Ροζα θα μετατραπεί σε καταπέλτη  ενάντια στον αναθεωρητισμό του Μπερνσταίν.. Φτάνει στο σημείο να προτείνει την διαγραφή του Μπερνσταίν απο το κόμμα. Πρόταση όμως που απορρίφτηκε. Η τάση του Μπερνσταίν ήταν πολύ ισχυρή αφού το 1903 είχε πάρει 31% τών ψήφων και 3.000.000 ψήφους!

Στα 1902 η Ρόζα συναντιέται με το Λένιν στο Μόναχο. Την επόμενη χρονιά όταν ο Λένιν θα διασπάσει τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία και θα οργανώσει το νέο κόμμα των μπολσεβίκων σε νέες βάσεις η Ρόζα δεν θα διστάσει να δημοσιεύσει κριτική στο περιοδικό Νέοι Καιροί , το επίσημο όργανο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Ο Λένιν θα απαντήσει στην κριτική της αλλά ο Κάουτσκυ, δηλωμένος εχθρός των μπολσεβίκων, απαγόρευσε την δημοσίευση της  απάντησής του, με την ιδιότητα του αρχισυντάκτη.

Το 1905 έχοντας αναδειχθεί σε εκφραστή της αριστερής πτέρυγας του σοσιαλδημ. Κόμματος, ετοιμάζεται να εκδόσει ένα εντυπο όπου θα εκφράζει τις ριζοσπαστικές της απόψεις. Η σκέψη της όμως δεν πρόκειται να υλοποιηθεί γιατί την ίδια χρονιά ξεσπάει στη Ρωσία η επανάσταση του 1905, που πρόκειται να αποτελέσει τη γενική πρόβα για την επανάσταση του 1917.

Η ρωσική επανάσταση απλώθηκε σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας του τσάρου. Στην Πολωνία οι εξεγέρσεις και οι συγκρούσεις, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις έχουν γενικευτεί. Η Ρόζα με πλαστό διαβατήριο διασχίζει τη Γερμανία  και φτάνει στην επαναστατημένη Βαρσοβία. Συμμετέχει στη ρωσική επανάσταση, με την ιδιότητα του αρχηγού του ενός απο τα δύο σισιαλιστικά κόμματα της Πολωνίας, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Οταν απελευθερώθηκε, με κλονισμένη υγεία, ταξιδεύει στην Πετρούπολη και απο κεί στη Φιλλανδία, όπου συναντάει το Λένιν. Εκεί γράφει την μπροσούρα της με τίτλο «Μαζική απεργία, Κόμμα και Συνδικάτα». Επιστρέφει στην Πετρούπολη, διασχίζει πάλι την Πολωνία και διαφεύγει στην Πρωσσία. Παίρνει μέρος στο συνέδριο του κόμματος που έγινε στο Μανχαϊμ, τον Σεπτέμβριο του 1906. Οι εμπειρίες της απο τη συμμετοχή της στη ρωσική επανάσταση θα την κάνουν ακόμη πιό ριζοσπαστική και θα βαθύνει το ιδεολογικό χάσμα που την χωρίζει απο τον Μπέμπελ.

          Το 1907 γίνεται στη Στουτγκάρδη συνέδριο της Διεθνούς. Ο ίδιος ο Λένιν ήταν επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας. Στο συνέδριο συζητήθηκαν οι αυξημένες πιθανότητες να ξεσπάσει ένα παγκόσμιος πόλεμος,  λόγω του αποικιοκρατικού αντατγωνισμού και των αυξημένων εξοπλισμών..Σαντίθεση προς την αόριστη αντισταση στις πολεμικές κινητοποιήσεις, που πρότεινε ο Μπέμπελ, ο Λένιν μαζί με τη Ρόζα πέτυχαν να περάσει τροποποίηση        που προέβλεπε οτι σε  περίπτωση πολέμου, το εργατικό κίνημα θα επιδιώξει όχι μόνο την ειρήνη αλλά και το πέρασμα στο σοσιαλισμό, με την ανατροπή των φιλοπόλεμων κυβερνήσεων.

          Την ίδια χρονιά, το 1907, η Ρόζα αρχίζει να παραδίδει μαθήματα πολιτικής οικονομίας στην κομματική σχολή του Βερολίνου.Απο τις παραδόσεις αυτές θα προκύψει το ημιτελές εργο της με τίτλο «Εισαγωγή στην πολιτική οικονομία» και το βιβλίο « Συσσώρευση του κεφαλαίου», που θέτει το ζήτημα της κατάρευσης του καπιταλισμού.

          Μέχρι το 1914 η γερμανική σοσιαλδημοκρατία θα έχει μεγάλες νίκες στις εκλογές του 1912 (35% των ψήφων) αλλά και μια πολιτική, ιδεολογική αποδυνάμωση μετά το θάνατο του Μπέμπελ (1913).Στο τέλος το κόμμα θα πέσει σε τυχοδιωκτικά χέρια, διαγράφοντας την αντιδραστική τροχιά που είχε προβλέψει ο Μάρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα.

          Στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου το γερμανικό σοσιαλιστικό κόμμα υπερψήφιζε τις πολεμικές πιστώσεις , με εξαίρεση τη Ρόζα και άλλους λίγους συντρόφους της. Το 1916 η ομάδα της Ρόζας Λούξεμποουργκ και του Κάρλ Λίμπκνεχτ ιδρύουν την κομματική οργάνωση «Ομάδα Σπάρτακος», που συνεργάστηκε με το ανεξάρτητο σοσιλιστικό κόμμα, αποχωρώντας απο το μεγάλο σε αριθμό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα .

          Απο το 1914 ως το 1916 η Ρόζα βρίσκεται συνέχεια σε διάφορες φυλακές κρατούμενη, επειδή παρακινούσε, με τους λόγους που έβγαζε, τος στρατευμένους να πετάξουν τα όπλα σε περίπτωση πολέμου.Το Φεβρουάριο 1916 θα συλληφθεί προληπτικά ! χωρίς καμιά κατηγορία,. Στη διάρκεια της φυλάκισης της συντάσσει τα Δελτία του Σπάρτακου και πολιτικά κέιμενα, όπως είναι η «Μπροσούρα του Ιούνη- Κριτική στην Σοσιαλδημοοκρατία».

          Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1918 τελειώνει ο πόλεμος και καταρέει η αυτοκρατορία του Κάιζερ. Απο την 1 Οκτωβρίου μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1919 παίζεται η τελευταία πράξη του δράματος της Γερμανίας, της ζωής της Ρόζας Λούξεμπουργκ και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.

          Στις 23 Οκτωβρίου 1918 ελευθερώνεται απο τη φυλακή ο Κάρλ Λιμπκνεχτ, με τη γενική αμνηστία που δίδεται μετά την πολεμική ανακωχή. Ομως η Ροζα, που δεν ήταν φυλακισμένη αλλά «φιλοξενούμενη» για προληπτικούς λόγους,  δεν απολύεται.

          Στις  9 Νοεμβρίου έχει ξεσπάσει επανάσταση στο Βερολίνο. Σχηματίζονται επιτροπές εργατών και στρατιωτών και μπροστά σε μια γιγαντια λαίκή διαδήλωση ο Κάρλ Λιμπκνεχτ ανακηρύσσει, απο το μπαλκόνι του Δημαρχείου, τη Λαική Δημοκρατία. Την ίδια ώρα επαναστάτες σπάνε, στο Μπρέσλαου, τις πόρτες των φυλακών και απελευθερώνουν τη  Ροζα Λούξεμπουργκ. Την ίδια μέρα κυκλοφορεί στο Βερολίνο το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του Σπάρτακου (Rote Fahne) Κόκκινη Σημαία , την οποία διευθύνουν η Ρόζα και ο Λιμπκνεχτ.

          Στις 10 Νοεμβρίου η Ρόζα φτάνει στο Βερολίνο. Ειναι υπερ της άμεσης σύγκλισης επαναστατικής εθνοσυνέλευσης, Ζητάει τη διάλυση όλων των κρατικών μηχανισμών του Κάιζερ, την οργάνωση πολιτοφυλακής για την περιφρούρηση της επανάστασης, τη δήμευση των περιουσιών της οικονομικής ολιγαρχίας και την επίσημη ανακήρυξη της λαικής δημοκρατίας.

          Τις επόμενες μέρες αρχίζει με τον Λίκμπκνεχτ εκστρατεία διαφώτισης σε παγγερμανικό επίπεδο με την οποία αντιστέκονται στα κομματικά μαγειρέματα των σοσιλδημοκρατών που ήθελαν να γίνουν εκλογές για την ανάδειξη συντακτικής εθνοσυνέλευσης. Για τη ρόζα καμιά επανάσταση δεν είναι εφικτή αν δεν συνειδητοποιήσουν οι λαικές μάζες την ανάγκη της. Δεν μπορούμε να οδηγήσουμε βίαια τον άνθρωπο στην ευτυχία, είναι το αποφθεγμάτης, που εκφράζει τον βαθύτατο σεβασμό της για την ελευθερία του ατόμου.

          Μεταξύ 20- 25 Δεκεμβρίου ο Σπάρτακος οργανώνει στο Βερολίνο μαζικές απεεργίες και διαδηλώσεις ενάντια στην κυβέρνηση Εμπερτ, που απαντάει με την οργάνωση τρομοκρατικών ομάδων που εξαπολύουν κύμα δολοφονιών και τρομοκρατικών πράξεων, για δημιουργία εντυπώσεων και επηρεασμό των μαζών. Ο σοσιαλδημοκρατικός τύπος μάλιστα  εντείνει την προπαγάνδα εναντίον του Σπάρτακου, και ιδίως εναντίον της Ρόζας και του Λιμπκνεχτ, αποκαλώντας τους πράκτορες των μπολσεβλίκων, εχθρούς της επανάστασης  και υπονομευτές των λαικών κατακτήσεων. Παράλληλα υποβάλλει στους αναγνώστες την ιδέα της δολοφονίας τους  ως αναγκαίου κακού για να σωθεί το προλεταριάτο απο τα ολέθρια σχέδια που απεργάζονται αυτοι οι δύο εχθροί του λαού!

          Κατά το τέλος Δεκεμβρίου του 1918 η κυβέρνηση των Εμπερτ- Σάιντεμαν σκληραίνει τη γραμμή της, διώχνει πολλούς σοσιαλδημοκράτες και διορίζει τον Γκούσταβ Νόσκε, που αναλαμβάνει να εξοντώσει τους Σπαρτακιστές. Με τη βοήθεια παλιών στρατιωτικών στρατολογεί αντρες απο τις φυλακές και τον υπόκοσμο και σχηματίζει τα διαβόητα «Ελεύθερα Σώματα», που αργότερα θα αποτελέσουν τον πυρήνα των χιτλερικών Ταγμάτων Ασφαλείας και των Ες-Ες.

          Στις 30 Δεκεμμβρίου  οι αντιπρόσωποι των Σπαρτακιστών στο Βερολίνο, με επικεφαλής τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λιμπκνεχτ, ιδρύουν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας (KPD). Ομως τα Ελεύθερα Σώματα του Νόσκε και τα πρωσικά σώματα στρατού περικυκλώνουν το Βερολίνο. Ο Νόσκε μπαίνει επικεφαλής με τη δήλωση «Κάποιος πρέπει να είναι ο χασάπης». Μπροστά στη σφαγή ο Σπάρτακος επαναστατεί. Στις 6 Ιανουαρίου οι άνθρωποι του Νόσκε με ουρλιαχτά, φλογοβόλα και την υποστήριξη τακτικών σωμάτων πρωσσικού στρατού επιτ΄ίθενται στο Βερολίνο. Αρχίζουν οδομαχίες. Η πόλη χτενίζεται απο στρατιές πληροφοριοδοτών που αναζητούν παντού Σπαρτακιστες. Οι επαναστάτες εκτελούνται. Η Ρόζα ειδοποιείται να εγκαταλείψει το Βερολίνο. Αρνείται και αρχίζει μαζί με τον Λίμπκνεχτ να αλλάζει συνεχώς καταφύγια. Ο Σάιντεμαν εκπρόσωπος της κυβέρνησης υποσχεται σε όποιον φέρει τα κεφάλια της Ρόζας και του Λιμπκνεχτ 100.000 μάρκα. Στις 14 Ιανουαρίου η εξέγερση του Σπάρτακου έχει πιά συτριβεί.Την ίδια νύχτα η Ροζα και ο Καρλ εγκαταλείπουν το καταφύγιό τους σε μια εργατική συνοικία και καταφεύγουν στο νούμερο 15 της οδού Μάνχαιμ.

          Στις 15 Ιανουαρίου στις 9 το βράδυ η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λιμπκνεχτ συλλαμβάνονται στο τελευταίο τους καταφύγιο και μεταφέρονται στο ξενοδοχείο Εντεν, όπου ο λοχαγός Πάμπστ οργανώνει τη δολοφονία τους. Οι λεπτομέρειες της δολοφονίας τους είναι φρικιαστικές.  Τη Ρόζα όχι μόνο την χτυπούν αλλά και την πυροβολούν στο κεφάλι για να ρίξουν τελικά το σώμα της στο ποτάμι απο τη γέφυρα του Λιχτενσταιν. «Οταν το σώμα της Ρόζας ριχνόταν στο κανάλι μια φήμη διατρέχει τα προλεταριακά προάστια. «Η Ρόζα δεν έχει δολοφονηθεί, ζεί, μπόρεσε να σωθεί, θα εμφανιστεί ξανά επικεφαλής τους επαναστατικού κινήματος όταν έρθει η ώρα της..».

          Λίγα  λόγια ακομη για όσα ακολούθησαν… Στις 19 Ιανουαρίου γίνονται εκλογές για την αναδειξη συντακτικής εθνοσυνέλευσης. Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα παίρνει 35% και αναγκαζεται να συνεργαστεί με κεντροδεξιά κόμματα για να σχηματίσει κυβέρνηση, αρχίζοντας μια περίοδο συμβιβασμών, και υποχωρήσεων μπροστά στα συμφέροντα της οικονομικής και στρατιωτικής ολιγαρχίας. Η δημοκρατία τέτοιου τύπου θα διαρκέσει 14 χρόνια. Το 1933 ηγέτης του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος Αδόλφος Χίτλερ θα κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία  στις εκλογέ ς και θα καταργήσει στη συνέχεια κόμματα και δημοκρατία.

          Την άνοδο του Χίτλερ την είχαν προετοιμάσει χρόνια βίας και τρομοκρατίας, στην περίοδο της λεγόμενης δημοκρατίας της Βαιμάρης . Ομως η σοσιαλδημιοκρατία επιχειρώντας να εξοντώσει τους αντιπάλους της θα θερίσει τελικά ότι θα σπείρει. Η εξουσία θα περάσει και τυπικά στα χέρια του παρακράτους που η ίδια δημιούργησε και το οποίο σε λίγο θα υποστηρίξει τον Χίτλερ στρεφόμενα εναντίον της. Το τραγικό αστείο είναι οτι στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν  οι ιστορικοί της σοσιαλδημοκρατίας θα επιχειρήσουν να φορτώσουν στους κομμουνιστές την άνοδο στην εξουσία του Χίτλερ ! Το 1959 το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αποκηρύσει τον Μαρξισμό ως αναχρονιστικό και  κυβερνάει μέχρι σήμερα τη Γερμανία σε συνεργασία με δεξιά χριστανοδημοκρατικά κόμματα. Η προφητεία του Μάρξ στη Κριτική του Προγράμματος της Γκότα διακαιώθηκε. Ειχε προβλέψει με ακρίβεια που θα κατέληγε η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία.

 

          Η επαναστατική περίοδος της Γερμανίας του 1918-1919 είναι σχεδόν άγνωστη. Ολοι μιλάμε για την Κομμούνα του Παρισιού που κράτησε δύο μήνες..μόνο. Στη Γερμανία παίχτηκαν πολλά παιχνίδια. Τέθηκαν πολλά ζητήματα..Θέματα ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά, συμμαχιών, αυτοοργάνωσης των πολιτών, δημιουργήθηκαν εργατικά συμβούλια που αποφάσιζαν δημοκρατικά για θέματα τακτικής, στρατηγικής, με στόχο την κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, σε μια ανεπτυγμένη βιομηχανικά κοινωνία, όπως ήταν η Γερμανία, που εβγαινε όμως βαρειά πληγωμένη απο τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

          Η ιστορία αυτών των δύο αυτών χρόνων, 1918-19, είναι συγκλονιστική. Ειναι μια περίοδος γεμάτη αγώνες, γενικές απεργίες, καταλήψεις εργοστασίων και κρατικών κτηρίων, οδομαχιών, οδοφραγμάτων, ηρωισμών, θυσιών αλλά και …προδοσίας απο τη μεριά των αστικών πολιτικών και των κομμάτων, που αυτοί ήλεγχαν, έντρομοι απο την επικράτηση της επανάστασης στη Ρωσσία, των Μπολσεβίκων.

          Σ’όλη αυτή την περίοδο και τα χρόνια που προηγήθηκαν η Ρόζα Λούξεμπουργκ αποτελεί παραδειγματική μορφή για το υψηλό θεωρητικό και πολιτικό επίπεδο που είχαν κάποια άτομα που έδιναν με δυναμισμό και αυταπάρνηση την ιδεολογική /πολιτική μάχη για ζητήματα που σχετίζονταν με την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, την κατάληψη της εξουςσίιας και τη σωστή διαχείριση τής δυναμικής και της πρωτοβουλίας των επαναστατών για τη θεμελίωση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας με δημοκρατία και ελευθερία, όπως την οραματίστηκε η Ροζα..

 

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα της σκέψης της Ρόζας Λούξεμπουργκ

που σχετίζονται με ζητήματα αυθορμητισμού και οργάνωσης, πρίν και μετά την κατάληψη της εξουσίας:

 

          Και πρώτα λίγα λόγια για τη σχέση της Ρόζας με το Λένιν που θεωρείται συχνά ως ο αντίποδας της Ρόζας σε θέματα αυθορμητιμού και οργάνωσης του κόμματος. Ο Λένιν εκτιμούσε βαθειά τη Ρόζα. Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο απο την έναρξη του συνεδρίου της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσσίας , στις 2 μαρτίου 1919. Ο Λένιν πάιρνοντας το λόγο ζήτησε απο τους παρευρισκόμενους να σηκωθούν απο τη θέση τους προς τιμήν, όπως είπε,  της μνήμης «των καλύτερων εκπροσώπων της Τρίτης Διεθνούς, των Κάρλ Λίμπκνεχτ  και της Ροζας Λούξεμπουργκ». Ολοι σηκώθηκαν απο τις θέσεις τους.

          Δεν θα πρέπει να θεωρούμε το Λένιν και τη Ρόζα ως αντίπαλους.  Υπήρξαν μεταξύ τους διαφωνίες, κυρίως σε θέματα τακτικής και οργάνωσης.. Ο Λένιν πάντως θεωρούσε τη Ρόζα ως την πιό γνήσια εκπρόσωπο του Μαρξισμού στη Γερμανία. Αυτό φαίνεται και απο το γεγονός οτι και μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του βοηθούσε στην εξάπλωση και δημοσίευση των έργων της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στο τέλος του Φεβρουαρίου του 1922 ο Λένιν έγραφε. « Παρά τις αδυναμίες της η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν και είναι ένας αετός. Και όχι μόνο η ανάμνησή της θα είναι πολύτιμη για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου, μα ακόμη και η βιογραφία της και τα άπαντά της θα είναι ένα ωφέλιμο μάθημα για τη διάπλαση πολλων γενεών κομμουνιστών σε όλες τις χώρες».

         

          Η Ρόζα υπήρξε άνθρωπος θεωρητικός αλλά και της δράσης. Την διέκρινε η ακλόνητη πίστη στην επαναστατική και δημοκρατική δυναμική της εργατικής τάξης και ασκούσε έντονη κριτική τόσο στη Γερμανική σοσιαλδημοκρατία όσο και στον Μπολσεβικισμό.  Η κριτική της στη ηγεσία του κόμματος της  οφειλόταν στο οτι εκτιμούσε οτι το διέκριναν σε υπερβολικό βαθμό οι βραχυπρόθεσμες μεταρυθμίσεις  και οτι απομακρυνόταν απο τον τελικό σκοπό, τη σοσιαλιστική επανάσταση. Πίστευε πως η μαζική δράση της εργατικής τάξης αποτελούσε τον τρόπο προκειμένου να συμβεί η αλλαγή και επίσης επέκρινε την άποψη του Λένιν για το πρωτοποριακό κόμμα.

          Το 1903 επιτέθηκε στο κόμμα αυτό για τον υπερβολικό συγκεντρωτισμό του, τον οποίο παρομοίασε με το «στείρο πνεύμα του επιστάτη». Κατά την διατύπωσή της : «Η έγνοια του Λένιν δεν είναι τόσο να κάνει τη δράση του κόμματος πιο δημιουργική, όσο να ελλέγξει το κόμμα – να περιορίσει το κίνημα παρά να το επεκτείνει, να το δεσμεύσει μάλλον παρά να το ενοποιήσει». Ομως μόλις ξέσπασε η Ρωσσική επανάσταση η Ρόζα χαιρέτησε με ενθουσιασμό την επανάσταση.. όμως την  υποστήριξε  με κάποιες επιφυλάξεις. Την είχε συναρπάσει βέβαια η τόλμη και ο ηρωισμός των μπολσεβίκων που με την επέμβασή τους άλλάζανε την τύχη του κόσμου. Ομως έβλεπε ταυτόχρονα και τους τεράστιους κινδύνους στούς οποίους ήταν εκτεθειμένη η δικτατορία του προλεταριάτου, όσο έμενε απομονωμένη. Στα 1918 η Ρόζα βρισκόταν στη φυλακή. Παρακολουθούσε με ένταση την πάλη των τάξεων που γινόταν στο έδαφος της Ρωσίας. Υπερασπίζει με ενθουσιασμό και με τα καλύτερα λόγια την οκτωβριανή επανάσταση και τις θεμελιώδεις αρχές της. «Ολη η εξουσία στα χέρια των εργατών και των χωρικών, στα χέρια των σοβιέτ».–Υποβάλλει όμως σε μα κριτική μελέτη τη μπολσεβίκικη πολιτική  στα ζητήματα της αγροτικής μεταρρύθμισης, στο δικαίωμα των εθνών να διαθέτουν τον εαυτό τους, στη δημοκρατία και στην τρομοκρατία.

          Ηδη απο τα 1904 είχε καταπολεμήσει τη λενινιστική ιδέα ενος υπερσυγκεντρωτικού κόμματος μέσα στο οποίο όλη η πρωτοβουλία, όλη η γνώση και ολη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια της κεντρικής επιτροπής.– Το ίδιο και στα 1918 επιτίθεται ενάντια στην συγκέντρωση της εξουσίας στην κυβέρνηση και στις κορυφές του κόμματος και ενάντίον στον περιορισμό της πρωτοβουλίας και του ελέγχου των λαικών μαζών.– Και να σκεφτεί κανείς οτι αυτά τα φαινόμενα ήταν μακρυά απο το να πάρουν τις διαστάσεις, που πήραν αργότερα..Οι λαίκές μάζες και τα σοβιέτ τους είχαν ακόμα ευρύ πεδίο για να αναπτύξουν την δραστηριότητά τους και την πρωτοβουλία τους περισσότερο απ’αυτό που είχαν στις κονοβουλευτικές δημοκρατίες. Αλλά η συγκέντρωση της εξουσίας είχε ήδη φτάσει σε ένα βαθμό που επέτρεπε σε έναν κριτικό και προσεκτικό παρατηρητή, όπως ήταν η Ρόζα, να διακρίνει καθαρά την τάση της κατοπινής εξέλιξης και σ’αυτήν την συγκέντρωση της εξουσίας.   Στο καίριο ερώτημα της εποχής αν θα διαλέξουμε ανάμεσα στην Δημοκρατία και την δικτατορία, η Ρόζα θεωρεί οτι τη στιγμή αυτή η δικτατορία ήταν αναπόφευκτη « Αλλά αυτή η δικτατορία έγκειται στον τρόπο εφαρμογής της δημοκρατίας και όχι στην κατάλυσή της, στην ενεργητική, αποφασιστική επέμβαση στα «κεκτημένα δικαιώματα» και στις οικονομικές συνθήκες της αστικής κοινωνίας, που χωρίς αυτή την επέμβαση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός…». «Το προλεταριάτο οταν πάρει την εξουσία….έχει καθήκον και υποχρέωση να πάρει αμέσως με τον πιό ενεργητικό, πιο αμείλικτο και πιο βίαιο τρόπο σοσιαλιστικά μέτρα και να ασκήσει συνεπως δικτατορία, αλλά δικτατορία της τάξης όχι ενός κόμματος ή μιας κλίκας, δικτατορία της τάξης, δηλαδή μέσα απο την πιό πλατειά δημοσιότητα, με την πιο συνεργατική και ανεμπόδιστη συμμετοχή των λαϊκών μαζών, μέσα σε μια απεριόριστη δημοκρατία».

          Στη βεβαίωση του Τρότσκυ οτι «σαν μαρξιστές δεν υπήρξαμε ποτέ ειδωλολάτρες της τυπικής δημοοκρατίας» η Ρόζα απαντάει « Ασφαλώς εμείς δεν υπήρξαμε ποτέ ειδωλολάτρες της τυπικής δημοκρατίας. Αλλά ούτε και του σοσιαλισμού ή του μαρξισμού είμαστες «ειδωλολάτρες»! Μήπως αυτό σημαίνει οτι πρέπει να πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων τον σοσιαλισμό και το μαρξισμό όταν δεν μας φαίνεται βολικός ; Ο Τρότσκυ και ο Λένιν είναι ζωντανή άρνηση σ’αυτό το ερώτημα. Οτι δεν υπήρξαμε ποτέ ειδωλολάτρες της τυπικής δημοκρατίας, σημαίνει μόνο πως κάναμε πάντοτε διάκριση ανάμεσα στο κοινωνικό βάθος και στην πολιτική μορφή της αστικής δημοκρατίας, ξεσκεπάζαμε πάντα τον σκληρό πυρήνα της ανισότητας και της κονωνικής δουλείας που κρυβόταν κάτω απο το γλυκό περίβλημα της τυπικής ισότητας και ελευθερίας , όχι για να απορρίψουμε  αυτές τις τελευταίες , αλλά για να συνηθίσουμε την εργατική τάξη να μην ικανοποιείται με το περίβλημα, αλλά να  κατακτήσει την πολιτική εξουσία, για να το γεμίσει με νέο κοινωνικό περιεχόμενο. Η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου είναι, όταν φτάσει στην εξουσία, να δημιουργήσει, στη θέση της αστικής δημοκρατίας, τη σοσιαλιστική δημοκρατία και όχι να καταστρέψει κάθε δημοκρατία».

          Αυτό που ζητάει η Ρόζα είναι διεύρυνση και όχι περιορισμός της δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει μια δημοκρατία ενός τύπου πιο προχωρημένου. Αυτή η δημοκρατία δεν περιορίζεται στις απο καιρού σε καιρό εκλογές. Αυτή είναι η άμεση δράση των μαζών. Αυτό το ξεδίπλωμα της λαικής δραστηριότητας είναι μέρος αυτής της ουσίας του σοσιαλισμού, είναι συγχρόνως μέσο και σκοπός. « Η πρακτική του σοσιαλισμού απαιτεί μια πλήρη πνευματική μεταμόρφωση των ξεπεσμένων μαζών απο αιώνες αστικής κυριαρχίας         . Πρέπει να μπούν κοινωνικά ένστικτα στη θέση των εγωιστικών, μαζική πρωτοβουλία στη θέση της αδράνειας, ιδεαλισμός που ξεπερνάει όλα τα πάθη…Ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην αναγέννηση είναι το σχολείο της δημόσιας ζωής, η απεριόριστη και όσο το δυνατόν πλατύτερη δημοκρατία, η κοινή γνώμη».

          Μόνο αυτή η δραστήρια και ενεργητική δημοκρατία , αυτή που οι αποφάσεις και η διεύθυνση ανήκουν στις ίδιες τις μάζες, αυτή μόνο εξασφαλζει την εφαρμογή επαναστατικών μέτρων, την πορεία προς τον σοσιαλισμό. «Αν όμως είναι ετσι το πράγμα, τότε είναι φανερό οτι ο σοσιαλισμός απο την φύση του την ίδια δεν μπορεί να παραχωρηθεί, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με ουκάζια…Μόνο η πείρα μπορεί να διορθώνει και να ανοίγει καινούργιους δρόμους. Μόνο η ανεμπόδιστη παλλόμενη ζωή παίρνει χίλιες καινούργιες μορφές και αυτοσχεδιασμούς, διορθώνει μόνη της τα παραπατήματά της. Εαν η πολιτική ζωή των κρατών που έχουν περιορισμένη ελευθερία, είναι τόσο πενιχρή, τόσο φτωχή, τόσο σχηματική, τόσο στείρα, αυτό γίνεται γιατί με τον αποκλεισμό της δημοκρατίας καταστρέφονται οι ζωντανές πηγές κάθε πνευματικού πλούτου και προόδου».

          Η Ρόζα είχε τις πικρές της εμπειρίες απο τις οργανώσεις της Πολωνίας και της Γερμανίας. Ειχε ζήσει το συντηρητικό ρόλο που παίζει το κόμμα, η ιεραρχία που παραλύει τη ζωντάνια και την επαναστατικότητα των μαζών και γίνεται ανασταλτικός παράγοντας  στην ανάπτυξη του κινήματος, οδηγώντας κάποτε στην απώλεια ιστορικά ανεπανάλειπτων ευκαιριών για δράση και κοινωνική αλλαγή. Το ζήτημα για τη Ρ.Λ. ήταν ο συνδυασμός της οργανωτικής δράσης, της πειθαρχίας και της συνοχής, με την επαναστατική ορμή, την πρωτοβουλία και την ταχεία αντίδραση στην εναλλασσόμενη φορά των γεγονότων.

          Τον σοσιαλδημοκρατικό συγκεντρωτισμό τον έβλεπε η Ρόζα ως συνάρθρωση της βούλησης της φωτισμένης και αγωνιστικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και των επι μέρους ομάδων και ατόμων. Αποτελεί, κατα την έκφράση της τον «αυτοσυγκεντρωτισμό» του ηγετικού στρώματος του προλεταριάτου, την κυριαρχία της πλειοψηφίας μέσα στην ίδια την κομματική οεργάνωση.

          Ο Λένιν πίστευε οτι το εργοστάσιο έχει κάνει ώριμους τους προλετάριους για την οργάνωση και την πειθαρχία.(Εργα τ. 22, Βερολίνο 1960,σ.311). Οχι το προλεταριάτο αλλά μερικοί διανοούμενοι στη ρωσσική σοσιαλδημοκρατία χρειάζονται αυτομόρφωση, με την έννοια της οργάνωσης και της πειθαρχίας (σ.145) Η Ρόζα τονίζει αντίθετα οτι το προλεταριάτο δεν μαθαίνει μόνο στο εργοστάσιο πειθαρχία, αλλά και στον στρατώνα, στη σύγχρονη γραφειοκρατία, με δυό λόγια στο συνολικό μηχανισμό του συγκεντρωτικού αστικού κράτους. Ομως πρόκειται για κακή χρήση του όρου πειθαρχία. Πειθαρχία μπορεί να σημαίνει την άβουλη και χωρίς σκέψη υποταγή μια άμορφης «μάζας κρέατος» απο πολλά πόδια και χέρια, που εκτελεί μηχανικές κινήσεις στον ρυθμό που της υπαγορεύουν ή μπορεί να σημαίνει τον ηθελημένο συνδυασμό συνειδητών πολιτικών πράξεων ενός κονωνικού στρώματος. Την πτωματική πειθαρχία μιας κυριαρχημένης τάξης ή τέλος την οργανωμένη εξέγερση μια τάξης που παλεύει συνειδητά  για απελευθέρωση. Η Ρ.Λ. πιστεύει οτι δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε στην έννοια της πειθαρχίας του καπιταλιστικού κράτους, αλλά να ξεριζ΄ώσουμε αυτό το πνεύμα της πειθαρχίας των σκλάβων και να εκπαιδεύσουμε τον προλετάριο σε μια νέα έννοια τη ςπειθαρχίας , της ελέυθερης και ηθελημένης αυτοπειθαρχίας της σοσιαλδημιοκρατίας.. (Στο έργο της Ρ.Λ. «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» , 1904, Εργα τ. 1/2, Βερολίνο 1974, σ.341).

          Η ιδια η ιστορία του ρωσσικού κινήματος προσφέρει πολλά παραδείγματα για το πόσο προβληματική είναι η αξία του συγκεντρωτισμού. Ετσι π.χ. οι μεγάλες απεργίες στην Πετρούπολη το 1896 και η φοιτητική εξέγερση του 1901άρχισαν αυθόρμητα. Σε όλες τις περιπτώσεις, λέει η Ρόζα, «εν αρχή ήν η πράξις». Η πρωτοβουλία και η συνειδητή διεύθυνση απο πλευράς της σοσιαλδημοκρατίκής οργάνωσης έπαιξε ελάχιστο ρόλο . Ο ασήμαντος ρόλος της κομματικής διεύθυνσης νστη διαμόρφωση της τακτικής παρατηρήθηκε και στη Γερμανία και αλοού. Αλλωστε η τακτική του αγώνα της σοσιαλδημοκρατίας στα κύρια σημεία της δεν εφευρέθηκε αλλά υπήρξε αποτέλεσμα μια ατέλειωτης σειρά δημιουργικών πράξεων του πειραματιζόμενου κάποτε στοιχειώδους , ταξικού αγώνα». Και εδώ προηγείται το ασυνείδητο απο το συνειδητό, η λογική της αντικειμενικής ιστορικής διαδικασίας απο την υποκειμενική λογική των φορέων της». (Ρ.Λ. ο.π. σ.432).

          Σημαντικό θεωρεί η Ρ.Λ. για τη σοσιαλδημοκρατία οχι απλώς να προαισθάνεται και να προκατασκευάζει μιαν έτοιμη συνταγή για την μελλοντική τακτική, αλλά να διατηρεί μέσα στο κόμμα  ζωντανή την ορθή ιστορική εκτίμηση για τις κάθε φορά κυρίαρχες μορφές του αγώνα, τη ζωντανή αίσθηση της σχετικότητας της δοσμένης φάσης του αγώνα  και της ανάγκης  για ανύψωση των επανανστατικών στιγμών απο τη σκοπιά του τελικού στόχου του αγώνα. Κάθε διεύθυνση ενός κόμματος χαρακτηρίζεται απο τη φύση της απο έναν συντηρητισμό που γίνεται πιό μεγάλος αν της παραχωρηθεί η απόλυτη εξουσία, αρνητικού χαρακτήρα, όπως προτείνει ο Λένιν. Η ίδια πιστεύει οτι η τακτική δεν πρέπει να καθορίζεται απο την Κεντρική Επιτροπή, αλλά απο αολόκληρο το κόμμα, ακόμη καλύτερα απο ολόκληρο το κίνημα, πράγμα που δίνει σε κάθε επι μέρους οργάνωση του κόμματος την ελευθερία κινήσεων, ώστε να είναι σε θέση να αξιοποιεί πλήρως τα μέσα που προσφέρει η εκάστοτε κατάσταση, που επιτρέπουν την ανύψωση του αγώνα και την ανάπτυξη της επαναστατικής πρωτοβουλίας..

          Κατά τη γνώμη της Ρ. o υπερσυγκεντρωτισμός που πρότεινε ο Λένιν διαπνέεται απο ένα πνεύμα «νυχτοφύλακα». Η συλλογιστική του τείνει κυρίως στον έλεγχο υης κομματικής δραστηριότητας κι όχι στη γονιμοποίησή της.στον περιορισμό κι όχι στην ανάπτυξη. Στη χαλιναγώγηση κι όχι στη συνοχή του Κινήματος. – Σχετικά με το καταστατικό του κόματος ή ίδια πιστεύει οτι πρέπει να εγγυάται την πολιτική ελευθερία κινήσεων, με την οξυδέρκεια για την σταθερότητα του κινήματος και την ενότητά του. Το Καταστατικό θα υποστεί τις αναπόφευκτες διορθώσεις απο την πράξη. Την αξία μιας οργανωτικής μορφής δεν την καθορίζει το κείμενο του καταστατικού , αλλά το νόημα και το πνεύμα που εναπέθεσαν σ’αυτό οι ενεργοί αγωνιστές.

          «Οι παράγραφοι ενός οργανωτικού καταστατικού μπορούν να κυβερνήσουν την ύπαρξη μικρών σεκταριστικών ομάδων ή ιδιωτικών σωματείων, αντίθετα τα μεγάλα ιστορικά ρεύματα έχουν τον τρόπο να μην χωράνε και στις πιό λεπτολόγους παραγράφους». (Οπ.π., σ.441).               Η ίδια πάντως δεν αμφισβητεί γενικά τη χρησιμότητα της ύπαρξης ενός καταστατικού, σε κάποια στιγμή, ως φραγμό στις οπορτουνιστικές τάσεις. Πιστεύει όμως οτι το καταστατικό θα πρέπει απλώς να αποτελεί ένα εξωτερικό μέσο για άσκηση επιρροής απο την πραγματικά υπαρκτή επαναστατική προλεταριακή πλειοψηφία του κόματος. Οπου αυτή απουσιάζει δεν μπορεί να αντικατασταθεί ούτε απο τις πιό αυστηρές παραγράφους του καλύτερου καταστατικού.

          Το ρόλο του καθοδηγητή θα πρέπει να τον έχει «το μαζικό εγώ» της εργατικής τάξης, που δεν θα πρέπει να πάθει αγκύλωση, για να μην κάνει λάθος, διαφορετικά δεν πρόκειται να μάθει την ιστορική διαλεκτική. «Λάθη που κάνει ένα πραγματικό επαναστατικό κίνημα, είναι ιστορικά αναγκαία, πιό γόνιμα και πιό πολύτιμα απο το αλάθητο της «καλύτεης επιτροπής» του κόμματος.(Οπ.π.σ.443) Αναγνωρίζοντας οτι μόνο η συνειδητή δράση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μπορεί να κάνει δυνατή τη σοσιαλιστική επανάσταση προέβαλε την κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών ως κλειδί για την σοσιαλιστική στρατηγική. Παρόλα αυτά δεν έλειψαν ερμηνείες που αποδίδουν στη Ρόζα μια ουτοπιστική και ελευθεριάζουσας προέλευσης αφοσίωση στη δημοκρατία σε συνδυασμό με την υποτιθέμενη θεωρία της περί αυθορμητισμού.

          Μια επαναπροσέγγιση της σκέψης της Ροζας, ενενήντα χρόνια μετά το θάνατό της, μπορεί να είναι χρήσιμη, γιατί δεν έπαψε να δοκιμάζεται η μαρξιστική θεωρία και πρακτική απο επικίνδυνες δογματικές απόψεις πάνω στο θέμα των ελευθεριών και της δημοκρατικής εξουσίας.– Η Ρόζα  αναμφισβήτητα έβλεπε οτι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι απλώς μεταφορά εξουσία απο μια τάξη σε μια άλλη, αλλά είναι ταυτόχρονα και μετασχηματισμός της εξουσίας, θεσμική μετάβαση απο έναν τύπο εξουσίας σε έναν άλλο. Και ο νέος τύπος εξουσίας που θα προκύψει, η δικτατορία του προλεταριάτου με στόχο τον σοσιαλισμό, πρέπει να δημιουργεί για τις μάζες τις πιό πλατειές και ουσιαστικές μορφές δημοκρατίας που έχουν υπάρξει.      Γιατί η επανάσταση ως πράξη αυτοχειραφέτησης των μαζών ακύρώνεται εκεί όπου τα κέντρα εξουσίας ξεφεύγουν απο τον έλεγχο των μαζών. Αυτό το νόημα είχαν και οι προειδοποιήσεις που έστελνε στον Λένιν και τον Τρότσκυ, που αφορούσαν τον εκ μέρους τους χειρισμό της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών.– Ειναι σχετικά γνωστές στους αριστερούς , που διαβάζουν την ιστοριά των κοινωνικών αγώνων, οι απόψεις της σχετικά με την έννοια της ελευθερίας : « Η ελευθερία, μας λέει, μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και τα μέλη ενός κόμματος -όσο πολυάριθμα και αν ειναι αυτά—δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντα ελευθερία για κείνον που σκέφτεται διαφορετικά…γιατί η ελευθερία χάνει την αποτελεσματικότητά της οταν καταντάει προνόμιο» ( Ρωσική Επανάσταση, μετ. Αθήνα Εκδ. Υψιλον, 1980(2), σ.73).

          Η Ρόζα είχε διαισθανθεί τον κίνδυνο εκφυλισμού της σοβιετικής δημοκρατίας και της ανάδυσης του σταλινισμού. Μπορεί να μην είχε σε όλα τα σημεία δίκιο στις διαφωνίες της με το Λένιν. Ομως, ανεξάρτητα απο τη βαρύτητα των επιχειρημάτων της, η ουσία της κριτικής της και η πολιτική εκτίμηση απο την οποία ξεκινούσε, παραμένει επαναστατική και μοναδικά επίκαιρη.– Ισως πισω απο την πρώτη ιστορική απόπειρα μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας  και τον εκφυλισμό της σε νέα μορφή ταξικού νόμου και αποκλεισμού να κρύβεται μια και μοναδική αλήθεια. Η δημοκρατία απο μόνη της δεν οδηγεί στο σισιαλισμό— διαφορετικά και ο κοινοβουλευτικός δρόμος για το σοσιαλισμό, του Κάουτσκυ και της σοσιαλδημοκρατίας, θα είχε επιτύχει—,αλλά και χωρίς δημοκρατία καταστρέφεται ο,τι έχει σχέση με το σοσιαλισμό.

Μόνο με τη δημοκρατία δεν μπορεί κανείς να ανατρέψει τους ηγεμονικούς συσχετισμούς και να μετασχηματίσει την εξουσία προς την κατεύθυνση της αταξικής κοινωνίας. Αλλά χωρίς δημοκρατία σύντομα θα χάσει και αυτό που νόμισε οτι κέρδισε μέσα απο οποιαδήποτε επαναστατική διαδικασία. Μέσα απο τα σπλάχνα της επανάστασης του νέες  μορφές εκμετάλλευσης  και αποκλεισμού πρόκειται να γεννηθούν. Αυτό το δραματικό προμήνυμα έστελνε η Ρόζα Λουξεμπουργκ, ως «μεγάλη πνευματική ηγέτις του προλεταριάτου», όπως την είχε ονομάσει ο Λούκατς και ως «αετός « της επανάστασης , όπως την είχε ονομάσει ο Λένιν.

 

          Η παραπάνω επιλεκτική και περιληπτική έκθεση των απόψεων της Ρ.Λ. έδειξε πιστεύω πόσο την αδικεί η μομφή του υποκειμενισμού και του αυθορμητισμού. Αυτο που η ίδια ζητούσε ήταν : η επαναστατική αξιοποίηση της πείρας των ταξικών αγώνων του διεθνούς προλεταριάτου, η συγκεκριμένη ανάλυση των αντικειμενικών συνθηκών και του συσχετισμού των δυνάμεων. Η άμεση επιλογή των ορθών μέσων για τον αγώνα και της κατάλληλης τακτικής, χωρίς να χάνεται ούτε στιγμή απο το βλέμμα ο στρατηγικός στόχος. Τόλμη, οξυδέρκεια, δημιουργική σκέψη, αυτοπειθαρχία, ικανότητα για αξιοποίηση της διαλεκτικής μαρξιστικής σκέψης και άμεση σύνδεση θεωρίας και πράξης, προγράμματος και αυτοσχεδιασμού. εμπιστοσύνη στην ωριμότητα και την φαντασία των επαναστατημένων μαζών.       

           Αυτά υπήρξαν τα πραγματικά γνωρίσματα της σκέψης και της δράσης της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που πολλά θα μπορούσαν να μας διδάξουν και σήμερα σε εποχή άνθισης των κοινωνικών κινημάτων και κάμψης των παραδοσιακών κομμάτων…

         Ευθύμης Παπαδημητρίου.

Posted in Uncategorized | Leave a Comment »

Ρόζα Λούξεμπουργκ: Η συμβολή ενός θεωρητικού και ιστορικού πολιτικού παραδείγματος στην ανάλυση όψεων της τελευταίας πολιτικής συγκυρίας

Posted by symparataxi στο Μαΐου 6, 2009

Ένα χρόνο πριν την εκδήλωση της τελευταίας οικονομικής κρίσης νομπελίστες οικονομολόγοι αλλά και ειδήμονες διατείνονταν ότι ο καπιταλισμός, στο επίπεδο ανάπτυξης που είχε φτάσει, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να υποστεί μια σημαντική οικονομικής κρίση, πέραν των επιμέρους διορθώσεων ορισμένων περιπτωσιακών ανωμαλιών της αγοράς.

Ακριβώς την ίδια πεποίθηση είχαν και οι οικονομολόγοι στα 1912 την περίοδο που συνέτασσε το βιβλίο της η «συσσώρευση του κεφαλαίου» η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όταν αποθησαύριζε τα μαθήματα της στη κομματική σχολή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στο Βερολίνο. Γιατί μετά τα 1880 δεν είχε εμφανιστεί καμία εκτεταμένη οικονομική κρίση ενώ οι μισθοί των εργατών στην Ευρώπη ακολουθούσαν μια συνεχή ανοδική πορεία, σε σημείο που ακόμα και αριστεροί διανοούμενοι αμφέβαλαν για την θεωρία του Μάρξ. Μια θεωρία που απέδιδε την κρίση στην πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους αλλά και την κρίση υπερσυσσώρευσης, για την οποία ο Μάρξ τόνιζε ότι οφειλόταν στην ανάγκη τυφλής ανόδου της μάζας των κερδών, για να αντιμετωπιστεί η πτώση του ποσοστού του κέρδους αυτού.

Ωστόσο, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, όχι μόνο επέμεινε για την ορθότητα της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά ήταν αυτή που προσέφερε την πλέον επαρκή εξήγηση για την φαινομενική αναστολή των κρίσεων. Η ιδέα του Μπερστάιν που καθόρισε- και καθορίζει- ολόκληρη την συντηρητική σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, ότι δηλαδή τα «τραστ» και τα «καρτέλ» ως συνενώσεις κεφαλαίων θα επέλυαν το έλλειμμα ρύθμισης της καπιταλιστικής οικονομίας, καταρρίφθηκε πλήρως από τη Λούξεμπουργκ, παρότι τότε ελάχιστοι την άκουσαν.

Γιατί, αντίθετα με τις αυταπάτες των αστών οικονομολόγων, όπως επέμενε και ο Μαρξ, η αξία των μέσων παραγωγής εξακολουθούσε να αυξάνει με ρυθμούς ταχύτερους της αξίας της εργατικής δύναμης, γεγονός που υποχρέωνε, για να διατηρηθούν τα κέρδη, σε αύξηση της παραγωγής προϊόντων και των μέσων παραγωγής. Απλά, η ανισορροπία στην αγορά δεν εμφανιζόταν, αφού, σύμφωνα με την Λούξεμπουργκ, βρισκόταν κάθε φορά ένας νέος καταναλωτής. Είτε επιστρατεύονταν οι αποικίες το 19ο αιώνα, είτε οι αμυντικές κρατικές δαπάνες τον 20ο. Αυτό περιόρισε την πίεση στους ατομικούς κεφαλαιοκράτες για επενδύσεις έντασης στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ενώ τα κράτη αποδύθηκαν να αναπτύξουν τις δικές τους σφαίρες διεθνούς οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας.

Ήταν, όμως, μια τεχνική αντιμετώπισης της κρίσης με ημερομηνία λήξης. Γιατί ο Τρίτος Κόσμος καταναλωτής, όχι μόνο προϊόντων, αλλά και κεφαλαίων, παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες εις βάρος των τοπικών αστικών τάξεων της κάθε αναπτυσσόμενης χώρας, μετετράπη σταδιακά και αυτός σε έναν επιπλέον ανταγωνιστή που επέτεινε την κρίση. Ειδικά από τη στιγμή που άρχισε η χειραφέτηση των χωρών αυτών-όπως συμβαίνει σήμερα με τη Λατινική Αμερική- το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα αυτό-παγιδεύτηκε. Απέμενε πλέον μόνο ο κρατικός καταναλωτής, οι στρατιωτικές δαπάνες, που προσέφεραν το μεγάλο πλεονέκτημα να καταναλώνουν προϊόντα χωρίς να ανακυκλώνουν την κρίση. Ωστόσο, ενώ ο ψυχρός πόλεμος επέτρεπε τη συνεχή αύξηση των δαπανών αυτών, η κατάρρευση των Ανατολικών συστημάτων κατέστησε στην κοινή γνώμη αδικαιολόγητη την επιμονή σε υπέρογκες στρατιωτικές επενδύσεις, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Μπους με τον πόλεμο «κατά της τρομοκρατίας».

Έτσι, χάθηκαν τα όπλα που διέθετε ο καπιταλισμός έναντι των κρίσεων υπερσυσσώρευσης και οι κρίσεις όχι μόνο επιταχύνθηκαν αλλά κατέληξαν και ανεξέλεγκτες, όπως συμβαίνει σήμερα. Αυτή την εξέλιξη είχε αναλύσει η Λούξεμπουργκ από τις αρχές του 20 αιώνα. Ήταν η διεθνής καπιταλιστική διείσδυση στον μη καπιταλιστικό κόσμο που τις απέτρεπε και προσδιόριζε την παγκόσμια ιστορία. Παρά τα ενδεχόμενα λάθη της στα επιμέρους, η Λούξεμπουργκ εξήγησε επαρκώς γιατί ο καπιταλισμός πέρασε αναγκαία στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, αυξάνοντας την κτηνώδη εκμετάλλευση του Τρίτου Κόσμου, και δημιούργησε τοπικούς πολέμους, που εξελίχθηκαν στην ανθρωποσφαγή του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου.

Γιατί αυτός, πρωτίστως, ο πόλεμος κατέδειξε ότι τα όρια της επίλυσης των κρίσεων συνδέονταν στενά με τις επεκτάσεις στις νέες αγορές, δυνατότητα, όμως, που συνεχώς στέρευε, δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για την αναδιάταξη των εξαρτημένων αγορών, δηλαδή πολέμους. Και μπορεί αυτοί να πρόσφεραν μια νέα συγκυριακή ανακοπή της κρίσης, αχρηστεύοντας υπερσυσσωρευμένες και αναξιοποίητες αξίες, αλλά, καταστρέφοντας παράλληλα ανθρώπους και πολιτισμούς, υπονόμευαν το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Κυρίως μέσω της χειραφέτησης της εργατικής τάξης, και η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν η πιο τρανή απόδειξη, ή με την εκ νέου προσφυγή σε έναν νέο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για αυτό ακριβώς η Λούξεμπουργκ επέμενε: παρά τη φαινομενική ηρεμία, οι οικονομικές κρίσεις ήταν αναπόφευκτες, όπως και οι μαζικές καταστροφές κεφαλαίων και εργασίας, με τη μορφή της κοινωνικής εξαθλίωσης και του πολέμου. Μάλιστα, κατά τη Λούξεμπουργκ, ούτε η επέκταση της τραπεζικής πίστης ήταν δυνατό να αποτρέψει τις κρίσεις, μέσω ενός «χρεωμένου υπερκαταναλωτή», που θα μπορούσε υποτίθεται στο αέναο να απορροφά την υπερπαραγωγή. Γιατί η εμπορική πίστη ωθεί μεν την παραγωγή πέρα από τα όρια της αγοράς, ως μεσάζων στην ανταλλαγή προϊόντων, αλλά δεν ακυρώνει το πρόβλημα των πτωτικών τάσεων του ποσοστού του κέρδους και της δημιουργίας υπερβάλλουσας προσφοράς. Αργά, αλλά σταθερά, με τις πρώτες ενδείξεις στασιμότητας στην αγορά, η πίστη συστέλλεται, αφήνοντας στη μέση την ανταλλαγή, τη στιγμή που κατά την Λούξεμπουργκ είναι απολύτως αναγκαία.

Αυτό ακριβώς που έλεγε η Λούξεμπουργκ έγινε και με τη σημερινή κρίση: η επέκταση της πίστης σε τέτοιο βαθμό που να δανείζει ατυχείς καταναλωτές ακόμα και με τους πλέον επισφαλείς όρους, δημιούργησε μια τεχνητή ευμάρεια στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Μόλις, όμως, εκδηλώθηκαν οι πρώτες επισφάλειες και οι τιμές των ακινήτων έπεσαν, -καταβαραθρώνοντας και τα κέρδη από τους πλειστηριασμούς,- οι τράπεζες έκλεισαν τις στρόφιγγες, επιδεινώνοντας την κρίση υπερσυσσώρευσης. Στα ίδια τα κράτη επιβλήθηκε εκβιαστικά να ενισχύουν τις τράπεζες αφού η μόνη πλέον διαθέσιμη λύση είναι η ανακύκλωση του προβλήματος, ώστε να δημιουργηθεί μια νέα «φούσκα της κατανάλωσης», παράγοντας ακόμα μεγαλύτερες κρίσεις στο μέλλον.

 

Πέραν, όμως, της συμβολής της Λούξεμπουργκ στην κατανόηση των οικονομικών κρίσεων, η σκέψη και η πολιτική πράξη της γερμανο-πολωνέζας πολιτικού καθίσταται απαραίτητη και σε σχέση με την πολιτική στρατηγική των εργαζομένων έναντι των κρίσεων αυτών. Ιδίως σε αναφορά με το πεδίο των μαζικών αγώνων που αποκτούν ένα ιδιάζοντα ρόλο, όταν η κρίση συνοδεύεται, όπως συμβαίνει συνήθως, με κρίση του εν γένει συστήματος πολιτικής εκπροσώπησης.

Για την Λούξεμπουργκ, σε αυτές τις στιγμές, οι μάζες γίνονται καταλύτης της ιστορίας, αφού, έμμεσα ή άμεσα συνειδητοποιούν τη δυναμική τους και πολιτικοποιούνται. Στα κινήματα που αναδύονται σταδιακά διευκρινίζουν τους σκοπούς της δράσης τους, εν τω μέσω της δράσης αυτής, σε συνάρτηση με τους οργανωμένους πολιτικούς λόγους, αλλά όχι μόνο εξαιτίας αυτών. Γιατί στην ουσία, αυτό που συγκροτεί και τις ενοποιεί τις μάζες αυτές, δεν είναι απλά ένας θεωρητικός λόγος, μια πολιτική διακήρυξη, αλλά η ίδια η επιθετική ενοποίηση της αστικής τάξης και η στρατηγική της εναντίων τους.

Επομένως, οι μάζες φέρουν μια αναγκαία δυναμική προϋπόθεση πολιτικοποίησης, εξίσου απαραίτητη με τα καθεαυτό συνειδητά στοιχεία. Μάλιστα, η διαμόρφωση των συνειδητών στοιχείων προϋποθέτει το σεβασμό της δυναμικής αυτής, αφού πρόκειται για μια διαδικασία αμοιβαίας ανταλλαγής πολιτικής εμπειρίας των, εν βρασμώ, μαζών με τα πιο συνειδητά τμήματα της εργατικής τάξης.

Κατά τη Λούξεμπουργκ, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την συνθήκη αυτή καταλήγει σε μια μπλανκιστική αντίληψη της πολιτικής ρήξης, όπου η ρήξη προετοιμάζεται από μια μικρή οπλισμένη ομάδα, (πιθανόν για κάποιους σήμερα με μολότοφ) σε απόσταση από τη μάζα, στην οποία μόνο στο τέλος προσφέρει τη δυνατότητα να εισβάλει στην ιστορική διαδικασία, ενώ συνήθως της στερεί τη δυνατότητα να ελέγχει τα αποτελέσματα της δράσης της.

Έτσι, κάποιοι αρέσκονται στη λογική οι μάζες να υποκινούνται από εκείνους που οργανώνουν μια συνωμοτική δραστηριότητα, χωρίς, όμως, καμία σχέση με την καθημερινή ζωή των λαϊκών μαζών, χωρίς συνείδηση του εκάστοτε επιπέδου της ταξικής πάλης. Η κατάληξη είναι συνήθως η φθορά και η ήττα, αφού η βολονταριστική λογική μυθοποιεί την ικανότητα των μαζών να αυτοσχεδιάζουν τη στιγμή της πολιτικής σύγκρουσης, απολυτοποιώντας μια υποτιθέμενη εγγενή δημιουργικότητα των μαζών.

Αλλά, όπως το έδειξε με ενάργεια και ο Γκράμσι, η μάζα δεν είναι ένα απρόσωπο σύνολο, αλλά αποτελείται από ανθρώπους που πολλές φορές εγκλωβίζονται στην αδυναμία να υπερβούν τους κοινωνικούς προσδιορισμούς που τους διαμόρφωσαν. Ότι δηλαδή η μάζα αποτελείται και αυτή από τάξεις και κοινωνικά σύνολα, ότι διχάζεται από τις διαφορετικές κοινωνικές στοχεύσεις που ενυπάρχουν σε αυτή, και ενοποιείται μόνο μέσα από την ίδια την κινηματική διαδικασία που την διαμορφώνει. Για αυτό και η πολιτική πρωτοπορία που θα ωθήσει τη μάζα στην εξέγερση δεν είναι ποτέ μόνο μια: διαγκωνίζονται πολλαπλές τακτικές και στρατηγικές, η ύπαρξη των οποίων μπορούν να εξελιχθούν και σε πρόσκομμα όταν επιμένουν να περιχαρακώνονται ανεξάρτητα από τις γενικές ανάγκες ανάπτυξης του κινήματος.

Για τη Λούξεμπουργκ, το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα δημιουργείται και από την λογική εκείνων που πιστεύουν ότι τα πάντα μπορούν να καταρτίζονται λεπτομερώς, με τη μορφή ενός προκαθορισμένου σχεδίου, που παραμένει αναλλοίωτο μέσα στις συνθήκες της δράσης. Τότε οι εμπλεκόμενοι στο κίνημα μετατρέπονται σε εκτελεστικά όργανα εντολών, όπως θα έλεγε η Λούξεμπουργκ, «εκτός του δικού τους πεδίου θέλησης». Το αποτέλεσμα είναι η σύγχυση και η περιχαράκωση μέσα στη μάζα, η διαβάθμιση σε συνειδητούς και «ασυνείδητους», την ίδια στιγμή που δεν είναι αντικειμενικά δυνατό να υπάρχουν στεγανά μεταξύ ενός συνειδητού πυρήνα και των περικειμένων στρωμάτων που εμπλέκονται στη κινηματική πάλη.

Για τη Λούξεμπρουργκ είναι αναγκαίο το συνειδητό τμήμα, το εκάστοτε εργατικό κόμμα, να επιδιώκει να αποτελέσει πραγματικό τμήμα του μαζικού κινήματος, χωρίς όμως να επιβάλει και την επιτακτική συγκεντροποίησης της υποτιθέμενης «θέλησης» της μάζας αυτής. Ούτε, βέβαια, και να απορροφάται από αυτήν. Η Λούξεμπουργκ το περιέγραψε ως ένα «αντισυγκεντρωτισμό» του διευθύνοντος στρώματος του προλεταριάτου, που ωθεί και σε μια συνεπακόλουθη «βασιλεία της πλειοψηφίας» και των απόψεων, στο ίδιο το εσωτερικό του κόμματος αυτού.

Γιατί ο συγκεντρωτισμός δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ απόλυτη έννοια, εφαρμοσμένη σε οποιαδήποτε φάση της ανάπτυξης του μαζικού κινήματος, αλλά στη καλύτερη περίπτωση, είναι απόρροια της ίδιας της ανάπτυξης της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των μαζών. Σε καμία περίπτωση μια εξωτερική επιβολή ενός «ορθού πολιτικού παραδείγματος». Αντιθέτως, η κυριαρχία μιας συνειδητής πρωτοπορίας στο εσωτερικό της μάζας προϋποθέτει, εκτός από τη σαφή αντίληψη των συνθηκών και των αιτίων μιας εξέγερσης, τη σαφή ανάγνωση των ιδιομορφιών της ιδιοσυστασίας της μάζας αυτής. Αντίληψη που δεν χωρά σε λογικές αποστασιοποίησης έναντι της μάζας αυτής, επειδή δεν πληροί τους όρους του εκάστοτε κυρίαρχου θεωρητικού παραδείγματος, που υιοθετείται από την πρωτοπορία αυτή.

Άλλωστε, η μελέτη της ιστορίας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος έχει με σαφήνεια καταδείξει ότι μερικές από τις γονιμότερες μεταστροφές τακτικής μπορεί να είναι και το αυθόρμητο προϊόν του ίδιου του κινήματος, ή όπως το έλεγε η Λούξεμπουργκ, του «εν βρασμώ» κινήματος. Γιατί πολλές φορές η ιστορική διαδικασία, με τις ιδιοτυπίες της, μπορεί να προηγείται της υποκειμενικής λογικής αυτών που διεκδικούν να είναι πρωταγωνιστές της, ενώ οι «πρωτοπορίες» να εγκλωβίζονται στις ήσσονες λεπτομέρειες, ιδίως σε συνθήκες όπου η κοινοβουλευτική λογική κυριαρχεί και αποτελεί την μοναδική τακτική της πολιτικής δράσης. Αντίστοιχος κίνδυνος βεβαίως υπάρχει όταν ανακαλύπτονται ψευδεπίγραφες δυναμικές στις πολιτικές συγκυρίες, όταν εξαναγκάζουμε την πραγματικότητα, να προσαρμόζεται σε υπερ-επαναστατικές φαντασιώσεις. Όταν δηλαδή τα πάντα εγκαταλείπονται στη λογική της μάζας και σε μια τακτική εκτόνωσης που εκθέτει ανεπανόρθωτα την ίδια την αναγκαιότητα της παρέμβασης των μαζών στην ιστορία.

Το πόσο δύσκολη είναι η «μέσευση» έναντι των κινδύνων αυτών, και μάλιστα σε συνθήκες σύγκρουσης όταν ο κοινωνικός αντίπαλος δεν διαθέτει αναστολές, το βίωσε η ίδια η Λούξεμπουργκ, σε σχέση με την επανάστασης που ξεκίνησε στο Κίελο, τον Οκτώβριο του 1918, και κατέληξε στην ήττα και στο θάνατο της, τον Γενάρη της επόμενης χρονιάς. Γιατί μπορεί θεωρητικά να φαντάζει ως βάσιμη η αμφισβήτηση της απόλυτα συμπαγούς καθοδήγησης, που επέδειξε ο Λένιν στην Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά η υπόδειξη του τελευταίου ότι οι μορφές επαναστατικής οργάνωσης οφείλουν να καθορίζονται και από την στρατηγική του αντιπάλου, υποτιμήθηκε με καταστροφικά αποτελέσματα.

Ο «Σπάρτακος», ένα κόμμα, που κατά τη Λούξεμπουργκ, δεν «θα ήθελε να επικρατήσει περνώντας πάνω από τις εργατικές μάζες για να επιβάλει την κυριαρχία του», επέδειξε μια αδικαιολόγητη εσωτερική αστάθεια στην πιο κρίσιμη στιγμή της γερμανικής επανάστασης. Όταν δηλαδή τα κυβερνητικά στρατεύματα δολοφονούσαν κατά το δοκούν, και η ηγεσία του «Σπάρτακου», χωρίς να ξέρει τι να κάνει, επιδιδόταν σε στείρες συζητήσεις για να συμβιβάσει εσωκομματικές διαφωνίες. Μάταια η Λούξεμπουργκ ζητούσε παραπομπή των διαφωνιών σε εύθετο χρόνο. Στις 15 Ιανουαρίου 1919 αυτή και ο Λήμπνεχτ δολοφονήθηκαν από μια συμπαγή και «μονολιθική» αντεπανάσταση, που τιμώρησε τις όποιες αντι-συγκεντρωτικές ευαισθησίες του αντιπάλου της.

 

Ένα, επιπλέον, επίδικο ζήτημα, σε σχέση με το οποίο οι απόψεις της Λούξεμπουργκ μπορούν να αποβούν δείκτης προσανατολισμού αφορούν τον κοινοβουλευτισμό και τη συμμετοχή της Αριστεράς σε συμμαχικές κυβερνήσεις. Το ζήτημα αυτό καθίσταται κομβικό όταν βρίσκεται σε εξέλιξη η συγκρότηση του μετώπου της εργασίας έναντι των συνεπειών και των αστικών πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης. Συνδέεται πάντα με καλπονοθευτικούς εκλογικούς νόμους και ήταν μέρος αυτού που κάποτε ο Ηλίας Ηλιού ονόμασε «σταυρικό ζήτημα» της ΕΔΑ, με την έννοια των θεωριών της «χαμένης ψήφου», που υποβοηθούσαν ώστε να μεν εκφράζεται εκλογικά η πολιτική δυναμική της Αριστεράς.

Ιστορικά, όπως διαπίστωνε και η Λούξεμπουργκ, όλες οι εκδηλώσεις αριστερού κυβερνητισμού αφορούσαν μια απολυτοποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που αναγόταν σε εξω-ιστορική συνθήκη καθολικής αυταξίας. Για κάποιους ήταν «ο μεγάλος θεμελιώδης νόμος της ιστορικής εξέλιξης», όπως βαρύγδουπα το εξέφραζε ο θεμελιωτής της δεξιάς γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας Μπερστάιν. Αντίθετα, για τη Λούξεμπουργκ δεν ήταν παρά ένα γειωμένο προϊόν της ιστορικής εξέλιξης.

Ήταν για αυτήν αδιανόητο να απολυτοποιεί κανείς τα αποτελέσματα ενός μικρού μόνο μέρους της πολιτικής εξέλιξης, όπως αυτά παρήχθησαν στα 1870 ή στα 1910. Εντελώς αντίθετα, η εκάστοτε μορφή πολιτικής εξουσίας ήταν το προϊόν ενός γενικού αθροίσματος πολιτικών εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, σε μια κλίμακα που ξεκινούσε από την Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5ου αιώνα π.χ, και έφτανε μέχρι τη Λαϊκή Δημοκρατία σοσιαλιστικού τύπου. Κατά κανένα τρόπο η δημοκρατία δεν όφειλε να αποτελεί αποκύημα μιας εξελικτικής λογικής, που θα τη συναρτούσε κανείς με την εξέλιξη του καπιταλισμού.

Ειδικά για την ιστορική εκδοχή του αστικού κοινοβουλευτισμού, η Λούξεμπουργκ τόνιζε ότι επρόκειτο για μια καθορισμένη μορφή της κυριαρχίας της αστικής τάξης στην σύγκρουση της με το φεουδαλισμό και τις προκαπιταλιστικές μορφές πολιτικής εξουσίας, που επιβίωσαν και μεταγενέστερα. Κατά την γερμανο-πολωνέζα πολιτικό, όταν η βασική αυτή αντίθεση εξέλιπε, η αστική δημοκρατία εξελισσόταν απλά σε μια μορφή διευθέτησης των σχέσεων μεταξύ των μερίδων που αποτελούσαν την κυρίαρχη τάξη και της εξουσίας που ασκούσαν η μια πάνω στην άλλη. Ενδιάμεσος ήταν ένα πολιτικό πρόγραμμα που εξασφάλιζε τις απαιτούμενες συμμαχίες με μικροαστικά στρώματα ή με τα δευτερεύοντα συμφέροντα ορισμένων εργατικών δυνάμεων.

Αυτό εξηγούσε, κατά την Λούξεμπουργκ, και την ραγδαία οπισθοδρόμηση του αστικού κοινοβουλευτισμού σε μια απλή εναλλαγή στην εξουσία κομμάτων με μικρές πολιτικές διαφορές που, στην πραγματικότητα, εκπροσωπούσαν φιλονικίες ανάμεσα σε πολιτικές κλίκες. Μάλιστα, σύμφωνα με τη Λούξεμπουργκ, και αυτό μπορεί να το αναγνωρίσει εύκολα κανείς και στην σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, οι μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες και οι εμπνευσμένοι ρήτορες άρχιζαν να εξαφανίζονται όταν οι πολιτικές αντιθέσεις έχασαν την δυναμική τους, λόγω της ήττας των υπολειμμάτων των παλιών μορφών πολιτικής εξουσίας, όπως για παράδειγμα το παλάτι στην Ελλάδα. Επιπλέον, λόγω του γεγονότος ότι η αστική τάξη αισθανόταν πλήρως χειραφετημένη ώστε να μην χρειάζεται τη συναίνεση ή την συνδρομή των λαϊκών μαζών για να ρυθμίσει τις σχέσεις των αστικών μερίδων ως προς το κράτος.

Ωστόσο, όλες αυτές οι αντιρρήσεις δεν σήμαιναν για την Λούξεμπουργκ απόρριψη του κοινοβουλευτισμού. Αντίθετα, οι κοινοβουλευτικές εκλογές ήταν μια ευκαιρία για μια ευρεία προπαγάνδιση των σοσιαλιστικών ιδεών, ένας δείκτης προσμέτρησης των διαθέσεων και των επιρροών τους πάνω στις μάζες. Οι σοσιαλιστές βουλευτές θα μπορούσαν ακόμα και να παίρνουν μέρος σε μια θετική νομοθετική εργασία για τα συμφέροντα των εργατικών δυνάμεων, αλλά με την βασική προϋπόθεση ότι θα είχαν σαφή συνείδηση του αντιπολιτευτικού τους ρόλου. Ότι, δηλαδή, η κοινοβουλευτική τους παρουσία οφειλόταν και μόνο σε παραχωρήσεις του κοινωνικού αντιπάλου, στο πλαίσιο της νομιμοποιητικής λειτουργίας των μηχανισμών καπιταλιστικής εξουσίας.

Για τη Λούξεμπουργκ έπρεπε να εξουδετερωθεί κάθε αυταπάτη ότι ένα εργατικό κόμμα μπορούσε στηριζόμενο σε μια πλειοψηφία στο κοινοβούλιο να ανατρέψει με κοινοβουλευτικά μέσα το καπιταλιστικό κράτος ή να εξασφαλίσει καθοριστικές θέσεις μέσα σε αυτό. Άλλωστε δεν είναι το κοινοβούλιο το μοναδικό κέντρο εξουσίας στον καπιταλισμό αλλά μόνο ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού, που τυπικά τον ελέγχει. Σε αυτό το μηχανισμό, πέραν του κοινοβουλίου, αποκλείεται δια ροπάλου η αριστερά ακόμα και όταν έχει εξασφαλίζει πλειοψηφική απεύθυνση στην κοινωνία.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ρόλος του στρατού και της αστυνομίας ή της δικαστικής εξουσίας στην περίπτωση της απροσχημάτιστης δολοφονίας της ίδιας της Λούξεμπουργκ, ή των επεμβάσεων τους, φανερών και κρυφών, σε όλη την ελληνική μεταπολεμική ιστορία.

Για αυτό η Λούξεμπουργκ καταδίκασε απερίφραστα τη λογική του γάλλου σοσιαλιστή Ζορές, που με αφορμή την είσοδο στην κυβέρνηση σοσιαλιστών βουλευτών στα 1899 μίλησε για ένα υποτιθέμενα ειδικό πολιτικό στάδιο, στο οποίο η εξουσία ασκείται από κοινού από την εργατική και την αστική τάξη. Τόνισε δε ότι οι αυταπάτες αυτού του τύπου κατατείνουν να εκφυλίζουν τις πραγματικές συμμαχίες της εργατικής τάξης με άλλα μικροαστικά σύνολα και σοσιαλιστές. Και αυτό γιατί οδηγούν στην ισοπέδωση των βαθύτερων διαφορών των πόλων αυτής της συμμαχίας και στερούν τη δυνατότητα της μακροπρόθεσμης ηγεμονίας των εργατικών συμφερόντων.

Εκτός των άλλων, όταν ο κοινοβουλευτισμός στερείται αρχών, μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για πολιτικό καριερισμό φιλόδοξων διανοουμένων που προσχωρούν στην Αριστερά, κυρίως μετά την αποτυχία τους να ανελιχθούν στα καθεαυτό αστικά κόμματα. Αυτοί οι πολιτικοί, κατά τη Λούξεμπουργκ, υποκείμενοι στη λογική της μικροαστικής «λατρείας του εγώ», εκφυλίζουν την δραστήρια πολιτική προσπάθεια «μέσα στην άμορφη μάζα του εκλογικού σώματος» και στον υποκριτικό σεβασμό του «ροζιασμένου χεριού». Αυτό αντανακλά σε μια αντίστοιχη εσωκομματική λειτουργία στα εργατικά κόμματα που οδηγεί σε έναν αυστηρό, δεσποτικό συγκεντρωτισμό άλλου τύπου, που προστατεύει μια νέα μικροαστική μερίδα, την κάστα των επαγγελματιών πολιτικών, που τίθενται στο απυρόβλητο. Όλα κατά την Λούξεμπουργκ είναι απόρροια του σφάλματος είτε, εκ προοιμίου, να απωθούνται στοιχεία που προσχωρούν στο σοσιαλισμό εξαιτίας της αποσύνθεσης των αστικών τάξεων και συμμαχιών, είτε να ενσωματώνονται άκριτα, συνήθως με τίμημα την εγκατάληψη του τελικού σκοπού ενός εργατικού κόμματος, δηλαδή την κοινωνική μεταβολή.

Μιχάλης Λυμπεράτος

Posted in Uncategorized | Leave a Comment »